Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βασίλισσα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: βᾰσῐλισσα Medium diacritics: βασίλισσα Low diacritics: βασίλισσα Capitals: ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ
Transliteration A: basílissa Transliteration B: basilissa Transliteration C: vasilissa Beta Code: basi/lissa

English (LSJ)

ἡ,

   A = βασίλειᾰ, queen, Alc.Com.6, X.Oec.9.15, Philem. 16.1, Arist.Fr.179, Supp.Epigr.1.366.34 (Samos, iii B. C.), Theoc.15.24, IG2.614b; ἡ β. τῶν μελισσῶν Arr.Epict.3.22.99; condemned by Phryn.202, but cf. Ael.Dion.Fr.91.    2 wife of the ἄρχων βασιλεύς at Athens, Poll.8.90:—also βασίλιννα, D.59.74, Men.907.    3 the Roman Empress, Hdn.1.7.4, etc.    4 = βασιλεύς VI, PMag.Leid. V.1.31.

German (Pape)

[Seite 437] ἡ, 1) = βασίλεια, Königin, Xen. Oec. 9, 15; Alcaeus u. Aristot. bei B. A. p. 84; Philem. Ath. XIII, 595 c. Die Atticisten verwerfen die Form als unattisch; sie wird auch erst bei Sp. von Theocr. 15, 24 Pol. 23, 18 an häufiger. – 2) bei Dem. 59, 74 Gemahlin des Archon βασιλεύς, vgl. βασίλιννα.

Greek (Liddell-Scott)

βᾰσίλισσα: ἡ, μεταγεν. τύπος ἀντὶ τοῦ βασίλειᾰ, βασίλισσα, Ἀλκαῖ. Κωμ. Γαν. 5, Φιλήμ. Βαβ. 1, Ξεν. Οἰκ. 9, 15, Θεοκρ. 15. 24, Συλλ. Ἐπιγρ. 4893· ἡ β. τῶν μελισσῶν Ἀρρ. Ἐπίκτ. 3. 22, 99· -- ἀποδοκιμαζόμενον ὑπὸ τῶν Ἀττικιζόντων, πρβλ. Λοβ. Φρύν. 225. 2) ἡ γυνὴ τοῦ ἄρχοντος βασιλέως ἐν Ἀθήναις. Ἀριστ. Ἀποσπ. 385· -- οὕτως ἐν τῷ τύπῳ βασίλιννα, Δημ. 1370.17, Μένανδ. ἐν Ἀδηλ. 336, καὶ βασιλὶς Εὐστ. 1425. 42. 3) ἡ παρὰ Ρωμαίοις αὐτοκράτειρα, Ἡρῳδιαν. 1. 7, 6, κ. ἀλλ. – Πρβλ. Φρύν. σ. 225, Κούρτ. σ. 637.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
macéd. c. βασίλεια¹.

English (Abbott-Smith)

βασίλισσα, -ης, ἡ (in Attic, βασιλεία, βασιλίς), [in LXX chiefly for מַלְכָּה;]
a queen: Mt 12:42, Lk 11:31, Ac 8:27, Re 18:7.†

English (Strong)

feminine from βασιλεύω; a queen: queen.

English (Thayer)

βασιλίσσης, ἡ, queen: Xenophon, oec. 9,15; Aristotle, oec. 9 (in Bekker, Anecd. i., p. 84; cf. fragment 385 (from Pollux 8,90), p. 1542{a}, 25); Polybius 23,18, 2 (excerpt Vales. 7), and often in later writings; the Sept.; Josephus; the Atticists prefer the forms βασιλίς and βασιλεία; cf. Lob. ad Phryn., p. 225; (on the termination, corresponding to the English -ess, cf. Winer s Grammar, 24; Buttmann, 73; Sophocles Lexicon, p. 37; Sturz, De dial. Maced. et Alex., p. 151ff; Curtius, p. 653).)

Greek Monolingual

η (AM βασίλισσα)
1. η σύζυγος του βασιλιά
2. η γυναίκα που βασιλεύει, που ασκεί τη βασιλική εξουσία
3. το μόνο γόνιμο θηλυκό μιας αποικίας κοινωνικών Εντόμων
νεοελλ.
1. αυτή που υπερτερεί σε ομορφιά ή άλλο χάρισμα (α. «η βασίλισσα των πόλεων» — η Κωνσταντινούπολη
β. «βασίλισσα της Αδριατικής» — η Βενετία)
2. εκείνη που ζει με άνεση και πολυτέλεια («ζει βασίλισσα» ή «την έχει ο άντρας της βασίλισσα»)
3. το ισχυρότερο από τα πιόνια του σκακιού, το οποίο μπορεί να μετακινείται προς κάθε διεύθυνση πάνω στη σκακιέρα
αρχ.-μσν.
η αυτοκράτειρα του Βυζαντίου
αρχ.
1. η αυτοκράτειρα της Ρώμης
2. η βασιλοπούλα
3. η βασίλιννα .
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. βασιλιάς].

Greek Monotonic

βᾰσίλισσα: ἡ, μεταγεν., αντί βασίλειᾰ, βασίλισσα, σε Ξεν., Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

βᾰσίλισσα: (σῐ) ἡ
1) Xen., Theocr., Polyb., Plut. = βασίλεια I;
2) Arst. = βασίλιννα.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βασίλισσα -ης, ἡ, ook βασίλιττα βασιλεύς koningin.

Chinese

原文音譯:bas⋯lissa 巴西利沙
詞類次數:名詞(4)
原文字根:(女)君王 相當於: (מַלְכָּה‎) (מְלֶכֶת‎)
字義溯源:皇后,女王;源自(βασιλεύω)=統治);而 (βασιλεύω)出自(βασιλεύς)*=君主,王)
出現次數:總共(4);太(1);路(1);徒(1);啓(1)
譯字彙編
1) 女王(3) 太12:42; 路11:31; 徒8:27;
2) 皇后(1) 啓18:7