Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξάσκηση

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η εξασκώ
1. εκπαίδευση, εκγύμναση, άσκηση σε κάτι, προπόνηση, κατάρτισηεξάσκηση στη σκοποβολή»)
2. η εφαρμογή θεωρητικών γνώσεων, η χρησιμοποίησή τους στην πράξηεξάσκηση επαγγέλματος»).