Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

έμπνευση

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

η (AM ἔμπνευσις)
1. παρακίνηση, παρόρμηση για κάτι
2. θεία φώτιση, θεοπνευστία
νεοελλ.
1. αιφνίδια δημιουργία μιας ιδέας χωρίς παρεμβολή της βουλήσεως («ξαφνικά μού ήρθε η έμπνευση να τον ρωτήσω»)
2. ποιητική, λογοτεχνική ή καλλιτεχνική σύλληψη
αρχ.
πνοή, φύσημα.