Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύλληψη

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η / σύλληψις, -ήψεως, ΝΜΑ, και ιων. τ. σύλλαψις Α συλλαμβάνω
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του συλλαμβάνω, βίαιη κατακράτηση (α. «η σύλληψη τών κακοποιών έγινε αμέσως» β. «ἡ σύλληψις τῆς νεώς», Πολ.
γ. «βεβαίως δὲ ἤδη εἰδότες ἐν τῇ πόλει ξύλληψιν ἐποιοῡντο», Θουκ.)
2. (για γυναίκα ή θηλυκό ζώο) γονιμοποίηση, έναρξη της εγκυμοσύνης, της κυοφορίας (α. «ήθελε να αποφύγει τη σύλληψη» β. «ἑορτάζει σήμερονοἰκουμένη τὴν τῆς Ἄννης σύλληψιν», Μηναί
γ. «ἀκόλαστοι συλλήψεις», Πλωτ.
δ. «ἡ σύλληψις γίνεται μετὰ τὴν τούτων ἀπαλλαγήν ταῑς γυναιξί», Αριστοτ.)
3. το να συλλαμβάνει κανείς με τον νου κάτι, κατανόηση ή επινόηση (α. «η μεγαλοφυής σύλληψη της δομής της ύλης» β. «...ἀθρόα πάντα τῇ συλλήψει αὐτῇ ἕπεται τὰ ἀγαθά», Κλήμ. Αλ.)
νεοελλ.
1. αστρον. η μετατροπή ενός ανεξάρτητου ουράνιου σώματος σε δορυφόρο ενός άλλου ουράνιου σώματος, μεγαλύτερης μάζας, το οποίο συνέβη να πλησιάσει το πρώτο κατά την εκτέλεση της τροχιάς του
2. βιολ. (στην αμφιγονική αναπαραγωγή) η συνάντηση και συγχώνευση τών δύο γαμετών, του θηλυκού ωαρίου και του αρσενικού σπερματοζωαρίου, ώστε να δώσουν ένα γονιμοποιημένο ωάριο, τον ζυγώτη, το οποίο αποτελεί το εναρκτήριο στάδιο του εμβρύου, αλλ. γονιμοποίηση
3. (ποιν. δίκ.) ανακριτική πράξη με την οποία περιορίζεται η προσωπική ελευθερία και η τιμή του προσώπου εναντίον του οποίου ενεργείται και το οποίο κατηγορείται για σοβαρό αδίκημα
4. φυσ. τύπος ραδιενεργού διάσπασης βήτα, δηλαδή ισοβαρούς μετάπτωσης, κατά την οποία ένας ασταθής ραδιενεργός πυρήνας απορροφά ένα από τα περιφερειακά του ηλεκτρόνια προκειμένου να περιέλθει σε σταθερότερη κατάσταση
αρχ.
1. (ρητ.) σχήμα του λόγου κατά το οποίο το κατηγορούμενο που ανήκει σε ένα υποκείμενο αναφέρεται σε πολλάσύλληψις δὲ ὅταν τὸ τῷ ἑτέρω συμβεβηκὸς κἀπὶ θἀτέρου λαμβάνηται, οἷον Βορέας καὶ Ζέφυρος, τώ γε Θρῄκηθεν ἄητον, μόνος γὰρ ὁ Βορέας ἀπὸ τῆς θρᾴκης ἐκπνεῑ», Ηρωδιαν.)
2. το να περιλαμβάνει κανείς κάτι μαζί με κάτι άλλο («συλλήψεως ἐπιρρήματα», Διον. θρ.)
3. (σχετικά με ήχους) σύνθεση, σύναψη
4. συγκεφαλαίωση
5. επίτομη έκθεσησύλληψις διὰ βραχέων τῆς ὅλης θεωρίας», Γαλ.)
6. βοήθεια, αρωγή
7. συνάθροιση, συγκέντρωση («ἐν πολυανθρώπῳ συλλήψει», Βασ.)
8. φρ. «ὁ κατὰ σύλληψιν ὅρος» — όρος που περιλαμβάνει το αρχικό σχέδιο και το αντισχέδιο του αντιπάλου (Ερμογ.).