Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αγύρτης

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

ο (Α ἀγύρτης) (Ν θηλ. -ισσα)
ψευδολόγος, απατεώνας, κατεργάρης
νεοελλ.
1. (για γιατρούς, φαρμακοποιούς κ.λπ.) θαυματοποιός, τσαρλατάνος
2. αλήτης
αρχ.
1. συλλέκτης
2. επαίτης ιερέας.
[ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ < συνεσταλμένη βαθμίδα ἀγυρ- του ρ. ἀγείρω.
ΠΑΡ. αγυρτικός
αρχ.
ἀγυρτάζω, ἀγυρτεύω.