Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αλγεινός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἀλγεινὸς και ἀλεγεινός, -ή, -όν)
1. αυτός που προκαλεί σωματικό πόνο, ο οδυνηρός
2. αυτός που δίνει ψυχικό πόνο, λυπηρός, θλιβερός
αρχ.
αυτός που αισθάνεται πόνο, που υποφέρει.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχικός τ. ἀλγεσ-νὸς (< θ. της λ. ἄλγος) με απλοποίηση του συμπλέγματος -σν- και αντέκταση
ο επικός δε τ. ἀλεγεινὸς είναι μεταπλασμένος τ. του επιθ. ἀλγεινὸς κατ’ επίδραση του ρημ. ἀλέγω.
ΠΑΡ. νεοελλ. ἀλγεινότητα].