Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θλιβερός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: θλῐβερός Medium diacritics: θλιβερός Low diacritics: θλιβερός Capitals: ΘΛΙΒΕΡΟΣ
Transliteration A: thliberós Transliteration B: thliberos Transliteration C: thliveros Beta Code: qlibero/s

English (LSJ)

ά, όν, (θλίβω)

   A chafing, rubbing, Paul.Aeg.6.106.    II oppressive, Just.Nov.135.1.

German (Pape)

[Seite 1212] eng, drückend, Sp., im eigtl. u. übertragenen Sinne, gedrückt, elend.

Greek (Liddell-Scott)

θλῑβερός: -ά, -όν, (θλίβω) συντεθλιμμένος, στενός, Παῦλ. Αἰγ. σ. 218. Εὐστ. Πονημ. 90. 65· ― πεπιεσμένος, βεβαρημένος, Achmes Ὀνειρ. 200, 259. ΙΙ. ἐνεργ., καταθλιπτικός, αὐτόθι 333.

Greek Monolingual

και χλιβερός -ή, -ό (Μ θλιβερός, -ά, -όν)
(νεοελλ.-μσν.)
1. αυτός που προκαλεί ψυχική θλίψη, λυπηρός, οδυνηρός, δυσάρεστος («θλιβερό άγγελμα»)
2. δύστυχος, ταλαίπωρος, άθλιος, αξιολύπητος, κακόμοιρος («κι άψυχα τ' άφησε τα θλιβερά», Σολωμ.)
3. αυτός που είναι στερημένος από κάθε χαράείναι θλιβερός άνθρωπος»)
4. (για λόγο, όψη, στάση, βλέμμα κ.λπ.) αυτός που φανερώνει θλίψη και πικρία, θλιμμένος, λυπημένος
μσν.
1. αυτός που έχει συμπιεστεί, συμπιεσμένος, συνθλιμμένος, στενός
2. καταπιεστικός, καταθλιπτικός.
επίρρ...
θλιβερώς και θλιβερά
με τρόπο θλιβερό, με θλίψη, λυπημένα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θλίβω + επίθημα -ερός (πρβλ. ζοφ-ερός, τρυφ-ερός)].