Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απορία

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἀπορία, Α κ. ἀπορίη) άπορος
1. έλλειψη διεξόδου, αμηχανία, αδιέξοδο
2. έλλειψη πόρων, πενία
3. δύσκολη θέση
μσν.- νεοελλ.
1. έκπληξη, ξάφνιασμα
2. δυστυχία
αρχ.
1. (για τόπο) δυσκολία διάβασης
2. (για πρόσωπα) δυσκολία επικοινωνίας ή προσπέλασης
3. (για αρρώστια) στενοχώρια, ανησυχία
4. (στη διαλεκτική) θέμα προς συζήτηση, δυσκολία, πρόβλημα.