Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αμφιβολία

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (Α ἀμφιβολία) ἀμφίβολος
το να αμφιβάλλει κανείς για κάτι, ο δισταγμός, η αμφιταλάντευση της συνείδησης να δεχθεί τη βεβαιότητα ή την αλήθεια ενός πράγματος, μιας κατάστασης, ο ενδοιασμός, η αβεβαιότητα
αρχ.
το να βάλλεται κανείς και από τις δύο πλευρές.