Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανάσα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

η
1. ανάσασμα, αναπνοή
2. μικρό διάλειμμα στην εργασία, ανάπαυλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανασαίνω, υποχωρητ. (πρβλ. ανασταίνω: ανάστα)].