Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανασαίνω

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

(Μ ἀνασαίνω)
1. αναπνέω
2. μτφ. διακόπτω για λίγο την εργασία μου, ξεκουράζομαι
3. μτφ. ανακουφίζομαι ψυχικά, ξαλαφρώνω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ανεσαίνω < άνεσις, αναλογικά προς τα ρ. σε -αίνω (πρβλ. ξηραίνω, θερμαίνω, λευκαίνω κ.ά.). Κατ’ άλλη άποψη < αν(α)- + ασαίνω (< αρχ. άση «λύπη, στενοχώρια»), κατ' επίδραση του ρ. ανα-πνέω. μσν.-νεοελλ. ανασασμός, νεοελλ. ανάσα, ανάσαση].