Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανήθικος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-η, -ο
1. αυτός που δεν έχει ηθικές αρχές, που δεν ακολουθεί τον ηθικό νόμο
2. αυτός που παρουσιάζει ανάρμοστη ερωτική συμπεριφορά, άτομο με ελεύθερα ήθη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηθικός. Η λ. μαρτυρείται από το 1890 στην εφημερίδα Παλιγγενεσία από τον συγγραφέα Ι. Ζερβό].