Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανεπαρκής

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

-ές
1. μη επαρκής, ελλιπής, ελαττωματικός
2. ανάξιος, ανίκανος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αν- στερ. + επαρκής. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Γαλλοελληνικό και Ελληνογαλλικό Λεξικό του Σκαρλάτου Βυζάντιου].