Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανεπαρκής

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-ές
1. μη επαρκής, ελλιπής, ελαττωματικός
2. ανάξιος, ανίκανος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αν- στερ. + επαρκής. Η λ. μαρτυρείται από το 1856 στο Γαλλοελληνικό και Ελληνογαλλικό Λεξικό του Σκαρλάτου Βυζάντιου].