Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανοίκειος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

-α, -ο (Α ἀνοίκειος, -ον) οικείος
ανάρμοστος, άπρεπος, ανάγωγος
αρχ.
1. αυτός που δεν ανήκει στην οικογένεια
2. ασύμφωνος, ανόμοιος, ξένος με κάτι
3. άκαιρος, άτοπος.