Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άτοπος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἄτοπος, -ον)
1. απρεπής, ανάρμοστος
2. το ουδ. ως ουσ. α) (στον εν.) κάτι το λογικά απαράδεκτο
β) στον πληθ. παράνομες πράξεις
3. φρ. «η εις άτοπον απαγωγή» — αποδεικτική διαδικασία στη λογική και στα μαθηματικά με την αναγωγή του συλλογισμού σε κάτι απαράδεκτο
αρχ.
1. παράξενος, ασυνήθιστος
2. παράλογος, ανόητος
3. τερατώδης, κακός.