Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανταγωνισμός

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

ο
1. το να είναι κάποιος ανταγωνιστής, αντίπαλος άλλου
2. άμιλλα μεταξύ ατόμων με τις ίδιες ή παραπλήσιες επιδιώξεις
3. αθέμιτος ανταγωνισμός, η προσπάθεια να επικρατήσει κανείς οικονομικά χρησιμοποιώντας απέναντι των ανταγωνιστών του αθέμιτα μέσα.