Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

απολογούμαι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

κ. -γιέμαι κ. απηλογιέμαι (AM ἀπολογοῡμαι) απόλογος
1. διατυπώνω απολογία, υπερασπίζω τον εαυτό μου ως κατηγορούμενο, αποκρούω κατηγορία
μσν.- νεοελλ.
αποκρίνομαι, απαντώ
αρχ.
1. μιλώ προς υπεράσπιση κάποιου, υπερασπίζω κάποιον ή κάτι
2. (το αρσ. της μτχ. ως ουσ.) ὁ ἀπολογούμενος
ο κατηγορούμενος
3. φρ. «ἀπολογοῡμαι δίκην θανάτου» — υπερασπίζω καταδικασμένο σε θάνατο.