Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αρχίατρος

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

ο (Α ἀρχίατρος, ιων. -ητρος, αρκαδ. -ατρός)
νεοελλ.
βαθμός των ανώτερων αξιωματικών του υγειονομικού σώματος, αντίστοιχος με τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη
αρχ.
γιατρός που κατέχει υψηλή θέση στην επιστήμη.