Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αστοχία

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και αστοχιά (AM ἀστοχία) άστοχος
1. η αποτυχία
2. η πλάνη, το σφάλμα
3. η απερισκεψία, η ανοησία
νεοελλ.
1. η έλλειψη συγκομιδής, η αφορία
2. η δυστυχία
3. η αδεξιότητα που οφείλεται σε απροσεξία
αρχ.
το να μην πετυχαίνει κάποιος τον στόχο.