Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυστυχία

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: δυστῠχία Medium diacritics: δυστυχία Low diacritics: δυστυχία Capitals: ΔΥΣΤΥΧΙΑ
Transliteration A: dystychía Transliteration B: dystychia Transliteration C: dystychia Beta Code: dustuxi/a

English (LSJ)

ἡ,

   A ill luck, ill fortune, E.Ba.388 (lyr.), al.; τοῦ πάθους ἡ δ. Th.6.55, etc.

German (Pape)

[Seite 689] ἡ, das Mißglücken, Unglüch, Eur. Suppl. 67 u. öfter; Thuc. 6, 55 Plat. Apol. 25 a u. A.

Greek (Liddell-Scott)

δυστῠχία: ἡ, κακὴ τύχη, ἀτυχία, Εὐρ. Βάκχ. 387 κ. ἀλλ., Θουκ. 6. 55, κτλ.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
malheur, mauvaise fortune.
Étymologie: δυστυχής.

Spanish (DGE)

(δυστῠχία) -ας, ἡ

• Alolema(s): jón. -ίη Thgn.1188, Democr.B 106
1 infortunio, desventura, desgracia φυγεῖν ... βαρεῖαν δυστυχίην Thgn.l.c., ἐν δὲ δυστυχίῃ (φίλον εὑρεῖν) πάντων ἀπορώτατον Democr.l.c., ἀνόμου τ' ἀφροσύνας τὸ τέλος δ. E.Ba.388, ἑλισσόμεσθ' ἐκεῖθεν ἐνθάδε δυστυχίαισιν εὐτυχίαις τε πάλιν E.Io 1505, πολλήν γέ μου κατέγνωκας δυστυχίαν me has culpado de una gran desventura (la corrupción de la juventud), Pl.Ap.25a, cf. Isoc.2.12, ἐπέδειξαν δὲ καὶ ἐν ταῖς δυστυχίαις τὴν ἑαυτῶν ἀρετήν Lys.2.58, δυστυχίαις περιπίπτειν Aesop.99.3, ἐν δυστυχίαις διάξει Vett.Val.157.7, cf. I.AI 18.343, Gal.14.600, POxy.120.5 (IV d.C.), κάκωσις ἢ δ. Plu.2.24f, ἄρρητοι καὶ ἄπιστοι δυστυχίαι Plu.Luc.20, δ. ἀκούσιος D.C.52.33.8
c. gen. subjet. τέκνων καὶ ... ἀπογόνων Arist.EN 1100a21, τῶν δεσποτῶν D.Chr.7.35, cf. D.H.2.3
c. gen. explicativo τοῦ πάθους τῇ δυστυχίᾳ ὀνομασθέντα renombrado por la desgracia de su pasión amorosa Th.6.55
c. ἐπί y dat. ἐπὶ τῷ τὸν χρόνον ἀπολέσαι Gal.10.560
rel. la guerra desastre, derrota c. gen. subjet. διὰ τὴν τῆς μοίρας δυστυχίαν X.HG 4.5.19, cf. D.S.16.20.
2 mala suerte αἱ δὲ τοιαῦται ἁμαρτίαι πρόσκεινται μὲν δυστυχίᾳ Philostr.VA 5.33, c. gen. subjet. Λιβύων Aristid.Or.26.70.

Greek Monolingual

και δυστυχιά, η (AM δυστυχία)
1. ατυχία, κακοτυχία («πολλὴν γ' ἐμοῡ κατέγνωκας δυστυχίαν», Πλάτ.)
2. η κατάσταση του δυστυχούς, συμφορά, η δυστυχία τών προσφύγων («εἰ δυστυχίας ἀνδρῶν ὀδυροίμην»)
νεοελλ.
1. δυστύχημα («τον βρήκαν πολλές δυστυχίες»)
2. οικονομική εξαθλίωση
αρχ.
στρατιωτική καταστροφή.

Greek Monotonic

δυστῠχία: ἡ, κακή τύχη, ατυχία, σε Ευρ., Θουκ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

δυστῠχία: ἡ тж. pl. несчастная судьба, несчастье Eur., Thuc., Xen., Plat., Arst., Plut.

Middle Liddell

δυστῠχία, ἡ, [from δυστῠχής]
ill luck, ill fortune, Eur., Thuc., etc.