Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αστράφτω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

(AM ἀστράπτω)
1. απρόσ. αστράφτει
φαίνεται αστραπή στον ουρανό
2. (προσ.) ρίχνω αστραπές, αστραποβολώ («αυτός π' αστράφτει και βροντά και συννεφιά και βρέχει», «Οὐλύμπιος ἤστραπτεν, ἐβρόντα», Αριστοφ.)
3. λάμπω σαν αστραπή («αστράφτει το σπίτι της» «κατάχαλκον πεδίον ἀστράπτει»
Ευρ.)
4. (για πρόσωπα) λάμπω, ξεχωρίζω ανάμεσα στους άλλους, είμαι στην ακμή της δόξας μου
νεοελλ.
1. χτυπώ κάποιον δυνατά και ξαφνικά («του άστραψα ένα χαστούκι»)
2. φρ. α) «του άστραψε κληρονομιά» — κληρονόμησε κάτι που δεν το περίμενε
β) «μου άστραψε να φύγω» — αποφάσισα ξαφνικά να φύγω
αρχ.
φωτίζω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. ετυμολ. της λ. αστραπή.
ΠΑΡ. νεοελλ. άστραμμα, αστραφτερός.
ΣΥΝΘ. απαστράπτω, εξαστράπτω
αρχ.
ανταστράπτω, απαστράπτω, διαστράπτω, επαστράπτω, καταστράπτω, προσαστράπτω, υπαστράπτω, υπεραστράπτω
(αρχ.μσν.) εναστράπτω, περιαστράπτω
μσν.
αναστράπτω].