Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

αταίριαστος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

και αταίριαχτος, -η, -ο
1. αυτός που δεν ταιριάζει, που δεν συμφωνεί ή δεν εναρμονίζεται με κάποιον
2. ανάρμοστος, ανοίκειος, απρεπής
3. αυτός που δεν είναι ταίρι άλλου, παράταιρος
4. ανόμοιος προς τους άλλους, ιδιόρρυθμος
5. εκείνος που δεν έχει τον όμοιό του, ασύγκριτος.