Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ατυχής

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

-ές (AM ἀτυχής, -ές)
δυστυχής, κακότυχος
νεοελλ.
(για ενέργειες ή καταστάσεις) ανεπιτυχής, άστοχος
μσν.
1. αυτός που φέρνει κακή τύχη και οδηγεί σε αποτυχία
2. κακός, μοχθηρός
αρχ.
αμέτοχος, άμοιρος («σοφίας οὐκ ἀτυχῆ» — που έχουν κάποια σοφία).
[ΕΤΥΜΟΛ. ατυχής < α- στερ. + -τυχής < τύχη ή < έτυχον, αόρ. β' του τυγχάνω (πρβλ. δυστυχής, ευτυχής)
άτυχος, μεταπλασμένος τ. του επιθ. ατυχής (πρβλ. δύστυχος < δυστυχής.