Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βροτήσιος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: βροτήσιος Medium diacritics: βροτήσιος Low diacritics: βροτήσιος Capitals: ΒΡΟΤΗΣΙΟΣ
Transliteration A: brotḗsios Transliteration B: brotēsios Transliteration C: vrotisios Beta Code: broth/sios

English (LSJ)

α, ον, = foreg.,

   A ἔργα Hes.Op.773; ἀνήρ Pi.P.5.3; δέμας Id.Pae.6.79; μορφή E.Ba.4, Or.271; φθογγή Lyc.1321: in late Prose, β. γένος PMasp.151.18(vi A. D.).

German (Pape)

[Seite 465] dass., ἔργα Hes. O. 771; ἀνήρ Pind. P. 5, 3; χείρ Eur. Or. 271; μορφή Baoch. 4.

Greek (Liddell-Scott)

βροτήσιος: -α, -ον, = τῷ προηγ., Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 771, Εὐρ. Βάκχ. 4.

English (Slater)

βροτήσιος
   1 mortal ὅταν τις βροτήσιος ἀνὴρ πότμου παραδόντος αὐτὸν (= πλοῦτον) ἀνάγῃ πολύφιλον ἑπέταν (P. 5.3) Πάριος ἑ[καβόλος βροτη]σίῳ δέμαϊ θεός (Pae. 6.79)

Spanish (DGE)

-α, -ον
mortal, humano ἔργα Hes.Op.773, φῦλα Alcm.106, ἀνήρ Pi.P.5.3, δέμας Pi.Fr.52f.79, μορφή E.Ba.4, χείρ E.Or.271, θύματα E.IA 1524, φθογγή Lyc.1321, γένος PMasp.151.18 (VI d.C.).

Greek Monolingual

βροτήσιος -α, -ον (Α)
ο βρότειος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < βροτός + -ήσιος (πρβλ. φιλοτήσιος)].

Greek Monotonic

βροτήσιος: -α, -ον = βρότειος, σε Ησίοδ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

βροτήσιος: Hes., Pind., Eur., Plut. = βρότειος.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βροτήσιος -α -ον, van stervelingen, menselijk.