Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γηφάγος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: γηφάγος Medium diacritics: γηφάγος Low diacritics: γηφάγος Capitals: ΓΗΦΑΓΟΣ
Transliteration A: gēphágos Transliteration B: gēphagos Transliteration C: gifagos Beta Code: ghfa/gos

English (LSJ)

[ᾰ], ον,

   A = γαιηφάγος, herbeating, i.e. poor, Call.Fr.58.

Greek (Liddell-Scott)

γηφάγος: [ᾰ], -ον, = γαιηφάγος, Καλλ. Ἀποσπ. 58.

Spanish (DGE)

-ον

• Prosodia: [-ᾰ-]
cometierra fig. del pobre que se come hasta la tierra Call.Fr.290, cf. γαιηφάγος.

Greek Monolingual

γηφάγος, -ον (Α)
αυτός που τρέφεται μόνο με χόρτα από τη γη, ο άπορος (Καλλίμ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < γη + -φάγος < (θ.) φαγ -, έφαγον (αορ. β' του εσθίω)].