Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γιγγλυμωτός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: γιγγλῠμωτός Medium diacritics: γιγγλυμωτός Low diacritics: γιγγλυμωτός Capitals: ΓΙΓΓΛΥΜΩΤΟΣ
Transliteration A: ginglymōtós Transliteration B: ginglymōtos Transliteration C: gigglymotos Beta Code: gigglumwto/s

English (LSJ)

όν,

   A hinged, σανίδες Ph.Bel.91.29, Apollod.Poliorc.189.9.    II γ. φίλημα, = γίγγλυμος 5, Telecl.13.

Greek (Liddell-Scott)

γιγγλῠμωτός: -όν, συνδεδεμένος διὰ γιγγλύμου, Μαθ. Ἀρχ. 91.

Spanish (DGE)

-όν
1 unido por medio de goznes σανίδες en máquinas de guerra, Ph.Mech.91.29, προτείχισμα ξύλινον Apollod.Poliorc.189.9.
2 subst. τὸ γ. n. de un tipo de beso Phot.γ 115, s.u. μανδαλωτόν.

Greek Monolingual

γιγγλυμωτός, -ή, -όν (Α) γίγγλυμος
1. συναρμοσμένος με γίγγλυμον
2. φρ. «γιγγλυμωτόν φίλημα» — ρουφηχτό, περιπαθές φιλί.