Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γιγγλυμώδης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: γιγγλῠμώδης Medium diacritics: γιγγλυμώδης Low diacritics: γιγγλυμώδης Capitals: ΓΙΓΓΛΥΜΩΔΗΣ
Transliteration A: ginglymṓdēs Transliteration B: ginglymōdēs Transliteration C: gigglymodis Beta Code: gigglumw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A = γιγγλυμοειδής, Arist.HA529a32.

Greek (Liddell-Scott)

γιγγλῠμώδης: -ες, (εἶδος)= γιγγλυμοειδής, Ἀριστ. Ἱστ. Ζ. 4. 4, 22.

Spanish (DGE)

-ες
zool. subst. τὸ γιγγλυμῶδες charnela o juntura de los bivalvos αἱ ... λεπάδες κάτω ἐν τῷ βάθει, τὰ ... δίθυρα ἐν τῷ γιγγλυμώδει Arist.HA 529a31.

Greek Monolingual

γιγγλυμώδης, -ες (Α) [[[γίγγλυμος]])
ο γιγγλυμοειδής.

Russian (Dvoretsky)

γιγγλυμώδης: имеющий вид сочленения Arst.