Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκλογή

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἐκλογή)
1. επιλογή, διάλεγμα
2. η πρόκριση ενός ατόμου με ψηφοφορία για να καταλάβει αξίωμα
3. συλλογή εκλεκτών αποσπασμάτων πεζών ή ποιητικών («εκλογές από τα τραγούδια του ελληνικού λαού»)
νεοελλ.
1. στον πληθ. οι εκλογές
η καθορισμένη μέρα κατά την οποία οι πολίτες ασκούν το νόμιμο δικαίωμά τους για την ανάδειξη κοινοβουλευτικών αντιπροσώπων ή τών δημοτικών και κοινοτικών αρχών
2. ποιμενικό δράμα
αρχ.-μσν.
1. (για πρόσ.) ό,τι το εκλεκτό, η εκλεκτή ποιότητα
2. στρατολογία
αρχ.
1. είσπραξη φορολογίας, εισφοράς
2. ισολογισμός.