Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γύπας

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Spanish (DGE)

ἀζώστους, ἀνασεσυρμένους Hsch., cf. γύπωνες.

Greek Monolingual

ο (AM γύψ, Μ και γύπας)
αρπακτικό πουλί που μοιάζει με αετό, όρνιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ονομασία πουλιού (πρβλ. γλαυξ, γρυψ, σκωψ). Στον τ. γυψ απαντά το θ. γυ- «οτιδήποτε κυρτωμένο, σπηλιά» (πρβλ. γύαλον) με παρέκταση σε -π-, πιθ. εξαιτίας του κυρτού ράμφους ή τών νυχιών του πουλιού].