Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δαχτυλίδι

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K

Greek Monolingual

και δακτυλίδι, το (AM δακτυλίδιον
Μ και δακτυλίδιν) δακτύλιος
κόσμημα από μέταλλο συνήθως πολύτιμο (ή από άλλο υλικό) σε σχήμα κρίκου με λίθο ή σφραγίδα, το οποίο φοριέται στην κάτω φάλαγγα τών δαχτύλων του χεριού, συνήθως στον παράμεσο
νεοελλ.
1. το δαχτυλίδι του αρραβώνα, η βέρα
2. φρ. α) «έβαλε δαχτυλίδι» — αρραβωνιάστηκε
β) «στόμα ή μέση δαχτυλίδι» — κομψό, δαχτυλιδένιο
αρχ.
το μικρό δάχτυλο του χεριού.