Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δεσπότας

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

English (Slater)

δεσπότας (-ας, -ᾳ, -αν, -α; -αι)
   1 master, lord τὸ καὶ ἀνδρὶ κώμου δεσπότᾳ πάρεστι Συρακοσίῳ Hagesias (O. 6.18) δέσποτα ποντόμεδον (O. 6.103) “φῶτα κελαινεφέων πεδίων δεσπόταν” Battos (P. 4.53) δεσπόταν λίσσοντο ναῶν Poseidon (P. 4.207) Ὀλύμπου δεσπότας Ζεὺς (N. 1.13) [<δεσπόται> supp. Mair. (N. 9.17) ] νῦν αὖτε Ἰσθμοῦ δεσπότᾳ Νηρείδεσσί τε πεντήκοντα παίδων Poseidon (I. 6.5) Ἄμμων Ὀλύμπου δέσποτα fr. 36. ἀλλὰ θαυμάζω, τί με λέξοντι Ἰσθμοῦ δεσπόται “les riches et puissants Corinthiens présents au banquetvan Groningen. fr. 122. 14. esp. owner, master of horses, κράτει δὲ προσέμειξε δεσπόταν (sc. Φερένικος, Hieron's racehorse) (O. 1.22) ὅ τοι πτερόεις ἔρριψε Πάγασος δεσπόταν Βελλεροφόνταν (I. 7.45)

Russian (Dvoretsky)

δεσπότας: ὁ дор. = δεοπότης.