Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θαυμάζω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: θαυμάζω Medium diacritics: θαυμάζω Low diacritics: θαυμάζω Capitals: ΘΑΥΜΑΖΩ
Transliteration A: thaumázō Transliteration B: thaumazō Transliteration C: thavmazo Beta Code: qauma/zw

English (LSJ)

Ion. θωμ-, Att. fut.

   A θαυμάσομαι A.Pr.476, E.Alc.157, Pl.Prm.129c, Ep. θαυμάσσομαι Il.18.467; also θαυμάσω Hp.Nat.Puer. 29, Plu.2.823f, etc. (in X.Cyr.5.2.12 θαυμάζουσι is restored for -σουσι, θαυμάσετε is v.l. for -σαιτε, Id.HG5.1.14): aor. ἐθαύμασα A.Th.772 (lyr.), etc., Ep. θαύμασα h.Merc.414: pf. τεθαύμακα X.Mem.1.4.2, etc.:—Med., Gal.Med.Phil.2 (v.l.), Ael.VH12.30: aor. 1 ἐθαυμασάμην v.l. in Aesop.92; οὐκ ἂν θαυμας ώμεθα (leg. -σαίμεθα) Procl.in Prm.p.750S.; θαυμάσαιτο v.l. in J.BJ3.5.1:—Pass., fut. -ασθήσομαι Isoc.6.105, Th.2.41: aor. ἐθαυμάσθην Id.6.12: pf. τεθαύμασμαι Plb.4.82.1.    1 abs., wonder, marvel, Il.24.394, Pl.Hp.Ma.282e, etc.    2 c. acc., marvel at, Il.24.631, etc.; πτόλεμόν τε μάχην τε 13.11; τύχη θαυμάσαι μὲν ἀξία S.OT777, cf. OC1152, El.393:—Pass., ὡς τέρας θ. Hdt.4.28; μὴ παρὼν -άζεται I wonder why he is not present, S.OT 289.    b honour, admire, worship, once in Hom. (but cf. θαυμαίνω), οὔτε τι θαυμάζειν… οὔτ' ἀγάασθαι Od.16.203; freq. later, as Hdt.3.80, A.Th.772 (lyr.), S.Aj.1093, etc.; θ. τύμβον πατρός E.El.519; μηδὲ τὸν πλοῦτον μηδὲ τὴν δόξαν τὴν τούτων θαυμάζετε, ἀλλ' ὑμᾶς αὐτούς D. 21.210; μηδὲν θ., Lat. nil admirari, Plu.2.44b; technically, of the attendance of small birds on the owl, Arist.HA609a15; θ. πρόσωπον to show respect to a person, i.e. comply with their request, LXX Ge. 19.21; θ. τινά τινος for a thing, Th.6.36; θ. τινὰ ἐπὶ σοφίᾳ Pl.Tht. 161c, X.Mem.1.4.2; ἀπὸ τοῦ σώματος τὸν νεανίσκον Plu.Rom.7:— Pass., to be admired, Hdt.7.204; ὑπό τινος Id.3.82; ἔν τινι Th.2.39; τῶν προγεγενημένων μᾶλλον -θησόμεθα Isoc.6.105; τοὺς ὁμοίως τεθαυμασμένους [ποιητάς] Phld.Po.5.31; διά τι Isoc.4.59: c. gen., τῆς ῥώμης Philostr.VA7.42; χάρις δ' ἀφ' ἡμῶν ὀλομένων -άζεται A. Th.703; τὰ εἰκότα θ. to receive proper marks of respect, Th.1.38; θ. τινί Id.7.63.    c say with astonishment, ἵνα μηδεὶς… εἶτα τότ' οὐκ ἔλεγες ταῦτα… ; θαυμάζῃ D.19.25.    3 c. gen., wonder at, marvel at, τούτου (cj. for τοῦτο) Lys.7.23: c. part., ὃ δ' ἐθαύμασά σου λέγοντος Pl.Prt.329c, cf. Cri.50c; θ. τῶν προθέντων αὖθις λέγειν Th.3.38; θ. τί τινος to wonder at a thing in a person, E.Hipp.1041; ὃ θ. τοῦ ἑταίρου Pl.Tht.161b, cf. R.376a: c. dupl. gen., θ. τούτου τῆς διανοίας Lys.3.44:—these phrases are used in Att. as a civil mode of expressing dissent.    4 rarely c. dat. rei, to wonder at, Th.4.85.    5 folld. by Preps., τὰ -όμενα περί τινος Pl.Ti.80c; θ. περί τινος τί τῇ τέχνῃ συμβάλλεται Sosip.1.37; ἐπί σου θαυμάζω, πῶς δύνῃ… Plb.23.5.12; θαυμάσονται ἐπ' αὐτῇ LXXLe.26.32.    6 freq. folld. by an interrog. sentence, θαυμάζομεν οἷον ἐτύχθη Il.2.320; θ. ὅστις ἔσται ὁ ἀντερῶν Th.3.38; θαυμάζοντες τί ἔσοιτο ἡ πολιτεία X. HG2.3.17; θ. ὡς οὔπω πάρεισιν Th.1.90, cf. X.Cyr.1.4.20, etc.; θ. ὅτι I wonder at the fact that…, Pl.R.489a; πολλάκις τεθαύμακα ὅπως… Com.Adesp.22.46D.; but more commonly, θ. εἰ… I wonder if…, as a more polite way of saying I wonder that…, Hdt.1.155, S. OC1140, Pl.Phd.97a; ἐὰν… λέγω, μηδὲν θαυμάσῃς Id.Smp.215a; ὃ καὶ θαυμάζω, εἰ… D.19.86; θαύμαζον ἀκούων, εἰ σὺ μὴ εἴης…, Lat. mirum ni…, Ar.Pax1292 (hex.).—This construction is freq. combined with one or other of the foregoing.    b c. acc., θαύμαζ' Ἀχιλῆα, ὅσσος ἔην οἷός τε Il.24.629; Τηλέμαχον θαύμαζον, ὃ θαρσαλέως ἀγόρευε they marvelled at Telemachus, that he spake so boldly, Od. 1.382; τὸ δὲ θαυμάζεσκον (Ion. impf.), ὡς… 19.229; θ. σοῦ γλῶσσαν, ὡς θρασύστομος A.Ag.1399, etc.: sts. without a connective, ἀλλὰ τὸ θαυμάζω· ἴδον… Od.4.655; σοῦ… θαυμάσας ἔχω τόδε· χρῆν γὰρ… S. Ph.1362: sts. c. inf., θαυμάζομεν Ἕκτορα δῖον, αἰχμητὴν ἔμεναι Il.5.601.    c c. gen., θ. τινός, ἥντινα γνώμην ἔχων κτλ. Antipho 1.5; θ. τῶν… ἐχόντων ὅπως οὐ λέγουσιν Isoc.3.3; θ. αὐτοῦ τί τολμήσει λέγειν D.24.66; θαυμάζω τινὸς ὅτι… Isoc.4.1; θ. τῶν δυναστευόντων εἰ ἡγοῦνται I wonder at men in power supposing, ib.170; ὑμῶν θ. εἰ μὴ βοηθήσετε X.HG2.3.53; also θ. αὐτοῦ… τοῦτο, ὡς… Pl.Phd.89a.    7 c. acc. et inf., πενθεῖν οὔ σε θ. E.Med.268, cf. Alc.1130: after a gen., θαυμάζω δέ σου… κυρεῖν λέγουσαν A.Ag.1199.

German (Pape)

[Seite 1188] ion. θωϋμάζω u. θωμάζω, fut. θαυμάσομαι, ep. θαυμάσσομαι, selten θαυμάσω, Xen. Hell. 5, 1, 14 Din. 2, 15, staunen, anstaunen, steh verwundern; absolut, ἡμεῖς δ' ἑσταότες θαυμάζομεν Il. 24, 394; ἰδόντες θαύμαζον κατὰ δῶμα Od. 4, 44; μὴ θαύμαζε Soph. O. C. 1121; τύχη θαυμάσαι μὲν ἀξία O. R. 777; Her. 1, 68; ὥςτε ἐκεῖνον θαυμάζειν καὶ ἐκπεπλῆχθαι Plat. Hipp. mai. 282 e; – c. acc., bewundern, anstaunen, Ἕκτορα Il. 5, 601; Πρίαμος θαύμαζ' Ἀχιλῆα, ὅσσος ἔην 24, 629; θαυμάζων ἧστο πτόλεμόν τε μάχην τε 13, 11; Τηλέμαχον θαύμαζον, ὃ θαρσαλέως ἀγόρευεν, sie verwunderten sich über den Telemach, daß er muthig gesprochen, Od. 18, 411; τὸ δὲ θαυμάζεσκον ἅπαντες 19, 229; τίν' ἀνδρῶν γὰρ τόσον ἐθαύμασαν θεοί; Aesch. Ag. 853; θαυμάζομέν σου γλῶσσαν ὡς θρασύστομος 1372; οὐκ ἄν ποτ' ἄνδρα θαυμάσαιμ' ἔτι Soph. Ai. 1072; μήτε τοὺς καλῶς τεθνηκότας θαυμάζετε Eur. Hec. 330. Auch pass., Aesch. Spt. 685 u. sonst. In Prosa, θωμάσας τὸν λόγον Her. 9, 16; ἃ θαυμάζω ἐν τοῖς λεγομένοις ὑπὸ σοῦ Plat. Gorg. 458 e; μὴ θαύμαζε τὰ λεγόμενα Crit. 50 c; auch = hochhalten, schätzen, verehren, μόνος Ὀρέστην τόνδ' ἐθαύμαζες φίλων Eur. El. 84; so auch in Prosa, βασιλέα Isocr. 1, 10. 36; τινὰ ἐπὶ σοφίᾳ Xen. Mem. 1, 4, 2; θαυμάζεσθαι dem τιμᾶσθαι entsprechend, Dem. Lpt. 19; – τί τινος, Etwas an Einem bewundern, Aesch. Ag. 1172; τοῦ δ' ἔγωγε θαυμάσας ἔχω Soph. Phil. 1346; ἔγωγε μάλιστα ἐθαύμασα αὐτοῦ πρῶτον μὲν τοῦτο, ὡς – Plat. Phaed. 89 a; ὃ καὶ ἄξιον θαυμάσαι τοῦ θηρίου Rep. II, 376 c; auch θαυμάζειν τινός, ὅτι, sich über Einen wundern, daß er, Isocr. 4, 1, διότι, 5, 1; Xen. An. 5, 10, 4 u. A.; auch θαυμάζω τῶν προθέντων αὖθις περὶ Μιτυληναίων λέγειν, Thuc. 3, 38; τούτου τῆς διανοίας Lys. 3, 44. – Seltener τινί, über Etwas, Thuc. 4, 85. 7, 83; περί τινος, Plat. Tim. 80 c. – Sehr häufig liegt darin der Nebenbegriff nicht wissen u. gern erfahren mögen, wie die Sache sich verhält, dah. folgt εἰ u. andere indirecte Fragen, θαυμάζω, ὅστις ἔσται ὁ ἀντερῶν Thuc. 3, 38; θαυμάζοντες, τί ἔσοιτο ἡ πολιτεία, sie wunderten sich, was aus der Verfassung werden solle, Xen. Hell. 2, 3, 18; ἐθαύμασε, τίς παραγγέλλει, καὶ ἤρετο, ὅ τι εἴη An. 1, 8, 16; θαυμάζω γάρ, εἰ ἓν ἄρ' ἑκάτερον ἦν Plat. Phaed. 97 a; θαυμάζεις καὶ ἀπορεῖς, εἰ διδακτόν ἐστιν ἀρετή Prot. 326 e; auch ἐάν, Conv. 215 a Legg. VI, 781 d; wenn aber der Gegenstand der Verwunderung als Thatsache hingestellt wird, folgt acc. c. inf., πενθεῖν οὔ σε θαυμάζω τύχας Eur. Med. 268; Alc. 1133; oder ὅτι, Plat. Rep. VI, 489 a u. sonst oft. – Diese Constructionen stehen auch bei dem gen., θαυμάζω τοῦ ἀδελφοῦ, ἣν γνώμην ἔχων καθέστηκε, eigtl. = ich bewundere an dem Bruder, in welcher Ansicht er –, d. i. wundere mich, in welcher Ansicht der Bruder, Antiph. 1, 5; αὐτοῦ, τί τολμήσει λέγειν Dem. 24, 66; ὑμῶν θαυμάζω, εἰ μὴ βοηθήσετε ὑμῖν αὐτοῖς Xen. Hell. 2, 3, 52. – Das pass. wird auch mit dem partic. verbunden, πάλαι δὲ μὴ παρὼν θαυμάζεται, man wundert sich, daß er nicht da ist, Soph. O. R. 289.

Greek (Liddell-Scott)

θαυμάζω: Ἰων. θωυμ- ἢ μᾶλλον θωμ- (Ἴδε θαῦμα)· Ἀττ. μέλλ. θαυμάσομαι Αἰσχύλ. Πρ. 476, Εὐρ. Ἀλκ. 157, Πλάτ., θαυμάσσομαι Ἰλ. Ξ. 467· μέλλ. θαυμάσω Ἱππ. 246. 9, Πλούτ. καὶ παρὰ μεταγεν. πεζοῖς (ἐν Ξεν. Ἑλλ. 5, 1, 14, θαυμάζουσι, ἐκ διορθώσεως ἀντὶ -σουσι, ἐν Κύρ. 5. 2, 12 θαυμάσαιτε ἀντὶ -σετε)· ἀόρ. ἐθαύμασα Ἀττ., Ἐπ. θαύμασα Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἑρμ. 414· πρκμ. τεθαύμακα Ξεν. Ἀπομν. 1. 4, 2, κτλ. - Μέσ., Γαλην., Πρόκλ., κτλ. - Παθ. μέλλ. -ασθήσομαι Θουκ., κτλ.· ἀόρ. ἐθαυμάσθην ὁ αὐτ.· πρκμ. τεθαύμασμαι Πολύβ. 4. 82, 1. ΙΙ. ἀπολ., θαυμάζω, εἶμαι ἔκθαμβος, Ἰλ. Ω. 394, κτλ.· πρβλ. θαύμας. 2) μετ’ αἰτ., βλέπω τι μετὰ θαυμασμοῦ καὶ ἐκπλήξεως, ἐκπλήττομαι διά τι, Ἰλ. Ω. 631, Ὀδ. Α. 382· θ. πόλεμόν τε μάχην τε Ἰλ. Ν. 11· συχν. παρ’ Ἡροδ. καὶ Ἀττ.· τύχη θαυμάσαι μὲν ἀξία Σοφ. Ο. T. 777, πρβλ, Ο. Κ. 1152, Ἠλ. 393. β) θεωρῶ μετὰ θαυμασμοῦ καὶ σεβασμοῦ, τιμῶ, θαυμάζω, Λατ. admirari, observare, μόνον ἅπαξ παρ’ Ὁμ. (ἀλλὰ πρβλ. θαυμαίνω), οὔτε τι θαυμάζειν..., οὔτ’ ἀγάασθαι Ὀδ. Π. 203· ἀλλὰ συχν. παρὰ τοῖς μετέπειτα, οἷον Ἡρόδ. 3. 80, Αἰσχύλ. Θήβ. 772, Σοφ. Αἴ. 1093, κτλ.· θ. τύμβον πατρὸς Εὐρ. Ἠλ. 519· μηδὲ τὸν πλοῦτον μηδὲ τὴν δόξαν τὴν τούτων θαυμάζητε, ἀλλ’ ὑμᾶς αὐτοὺς Δημ. 582. 5· μηδὲν θ., Λατ. nil admirare, Πλούτ. 2. 44Β· ὁ Ἀριστ. μεταχειρίζεται τὴν λέξιν πρὸς δήλωσιν θεραπείας μικρῶν πτηνῶν πρὸς τὴν γλαῦκα, Ι. Ζ. 9.1,15· - θ. τινά τινος, διὰ τι πρᾶγμα, Θουκ. 6. 36, Ἰσοκρ. 137D· θ. τινὰ ἐπὶ σοφίᾳ Πλάτ. Θεαιτ. 161C, Ξεν. Ἀπομν. 1. 4, 2· διά τι Ἰσοκρ. 52D· ἀπό τίνος Πλούτ. Ρωμ. 7. γ) λέγω μετὰ θαυμασμοῦ, μετ’ ἐκπλήξεως, ἵνα μηδεὶς... εἶτα τότ’ οὐκ ἔλεγες ταῦτα.., θαυμάζῃ Δημ. 349. 3. 3) μετὰ γεν., θαυμάζω, ἐκπλήττομαι ἐπί τινι, Θουκ. 3. 38, Ξεν. Ἑλλ. 2. 3, 53, Ἰσοκρ. 27Β· μετὰ μετοχ., θ. σοῦ λέγοντος Πλάτ. Πρωτ. 329Β, πρβλ. Κρίτ. 50C· θ. τῶν προθέντων αὖθις λέγειν Θουκ. 3. 38· θαμ. τί τινος, θαυμάζω πρόσωπόν τι διά τι πρᾶγμα, Σοφ. Φ. 1362, πρβλ. Εὐρ. Ἱππ. 1041· ὃ θαυμάζω τοῦ ἑταίρου Πλάτ. Θεαιτ. 161Β, πρβλ. Πολ. 376C· ὡσαύτως μετὰ διπλῆς γεν., θ. τούτου τῆς διανοίας Λυσ. 100. 16· - αἱ φράσεις αὗται εἶνε ἐν χρήσει παρ’ Ἀττ. ὡς εὐγενὴς τρόπος πρὸς δήλωσιν διαφωνίας. 4) σπανίως μετὰ δοτ. πράγμ., θαυμάζω διά τι, Θουκ. 4. 85., 7. 63. 5) ἑπομένης προθέσ., περί τινος Πλάτ. Tίμ. 80C· θ. περί τινος τί τῇ τέχνῃ συμβάλλεται Σώσιπ. Καταψ. 1. 37. β) συχνάκις ἀκολουθεῖ ἐξηρτημένη πρότασις, θαυμάζομεν, οἷον ἐτύχθη Ἰλ. Β. 320· θ. ὅστις ἔσται ὁ ἀντερῶν Θουκ. 3. 38· θαυμάζοντες τί ἔσοιτο ἡ πολιτεία Ξεν. Ἑλλ. 2. 3, 17· θ. ὡς οὔ πω πάρεισι Θουκ. 1. 90, πρβλ. Ξεν. Κύρ. 1. 4, 20, κτλ.· - παρ’ Ἀττ., θ. ὅτι Πλάτ. Πολ. 489Α· ἀλλὰ τοῦτο συνηθέστερον ἐκφέρεται διὰ τοῦ ἐνδοιαστικοῦ τύπου θαυμάζω εἰ..., θαυμάζω ἐάν..., ὡς εὐγενέστερος τρόπος ἐκφράσεως ἀντὶ θαυμάζω ὅτι..., Ἡρόδ. 1. 155, Σοφ. Ο.Κ. 1140, Πλάτ. Φαίδωνι 97Α, Συμπ. 215Α· ὃ καὶ θαυμάζω, εἰ..., Δημ. 368. 12· θ. εἰ μή..., Λατ. mirum ni..., Ἀριστοφ. Εἰρ. 1292. - Ἡ σύνταξις αὕτη συχνάκις συνδυάζεται μετὰ μιᾶς ἢ δύο ἐκ των προηγηθεισῶν. β) μετ’ αἰτ., ἑπομένης ἐξηρτημένης προτάσεως, θαύμαζ’ Ἀχιλῆα, ὅσσος ἔην οἷός τε Ἰλ. Ω. 629, πρβλ. 2. 392· Τηλέμαχον θαύμαζον, ὃ θαρσαλέως ἀγόρευεν, ἐθαύμαζον τὸν Τηλέμαχον ὅτι μετὰ θάρρους ὡμίλει, Ὀδ. Α. 382, Σ. 411, Υ. 269· τὸ δὲ θαυμάζεσκον (Ἰων. παρατ.) ὡς... T. 229· θ. σοῦ γλῶσσαν, ὡς θρασύστομος Αἰσχύλ. Ἀγ. 1399, κτλ.· - ἐνίοτε καὶ παραλειπομένου τοῦ ὡς, ἀλλὰ τὸ θαυμάζω· ἴδον..., Ὀδ. Δ. 655· θαυμάσας ἔχω τόδε· χρῆν γὰρ.., Σοφ. Φ. 1362· - ἐνίοτε μετ’ ἀπαρ., θαυμάζομεν Ἕκτορα δῖον, αἰχμητὴν ἔμεναι (ἀντὶ οἷός ἐστιν) Ἰλ. Ε. 601. γ) μετὰ γεν. κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, θαυμ. τινός, ἥντινα γνώμην ἔχων κτλ., Ἀντιφῶν 112. 7· - θ. τῶν.. ἐχόντων ὅπως οὐ λέγουσι Ἰσοκρ. 27Β· θαυμ. αὐτοῦ τί τολμήσει λέγειν Δημ. 721. 27· θαυμάζω τιν’... ὅτι..., Ἰσοκρ. 41Α· θαυμ. τῶν δυναστευόντων εἰ ἡγοῦνται, θαυμάζω τοὺς ἐν δυναστείᾳ (ἀρχῇ) ὄντας ἐὰν νομίζωσιν, ὁ αὐτ. 76Β· ὑμῶν θ. εἰ μὴ βοηθήσετε Ξεν. Ἑλλ. 2. 3, 52· - ὡσαύτως, θ. αὐτοῦ.. τοῦτο, ὡς.., Πλάτ. Φαίδ. 89Α. 7) μετ’ αἰτ. καὶ ἀπαρ., θ. σε πενθεῖν Εὐρ. Μηδ. 268, πρβλ. Ἀλκ. 1130· ἀλλὰ καὶ μετὰ γεν. ἀντὶ αἰτ., θαυμάζω δέ σου.. κυρεῖν λέγουσαν Αἰσχύλ. Ἀγ. 1199. ΙΙ. Παθ., βλέπομαι μετὰ θαυμασμοῦ, Ἡρόδ. 4. 28· θαυμάζεται μὴ παρών, κινεῖ τὸν θαυμασμὸν εἰ (ὅτι) μὴ πάρεστι, Σοφ. Ο.T. 289. 2) θαυμάζομαι, Ἡρόδ. 3. 82., 7. 204· χάρις δ’ ἀφ’ ἡμῶν ὀλομένων θαυμάζεται Αἰσχύλ. Θήβ. 703· τὰ εἰκότα θ., λαμβάνω τὰς προσηκούσας τιμάς, Θουκ. 1. 38.

French (Bailly abrégé)

f. θαυμάσομαι, rar. θαυμάσω, ao. ἐθαύμασα, pf. τεθαύμακα;
Pass. ao. ἐθαυμάσθην, pf. τεθαύμασμαι;
I. s’étonner, voir avec étonnement ou admiration, admirer, acc. : μηδὲν θαυμάζειν PLUT ne s’étonner de rien (cf. lat. nil admirari) ; σοῦ θαυμάσας ἔχω SOPH j’ai admiré en toi ou chez toi ; θαυμ. τινός ISOCR ou τινί THC s’étonner de qch, admirer qch ; τινα ἐπί τινι, τινα διά τι, τινα ἀπό τινος qqn au sujet de qch, par suite de qch ; τί τινος, τινά τινος admirer qqn pour qch ; θαυμάζω τῶν ταύτην τὴν γνώμην ἐχόντων ISOCR j’admire ceux qui ont une pareille opininon ; τινος ὅτι, τινος εἰ s’étonner que qqn ; εἰ, ὅτι, ὡς s’étonner que ; θαύμαζ’ Ἀχιλῆα, ὅσσος ἔην οἷός τε IL il admirait combien Achille était grand et quel il était ; Τηλέμαχον θαύμαζον, ὃ θαρσαλέως ἀγόρευεν OD ils admiraient que Télémaque parlât si hardiment ; θαυμάζειν ὅστις, τί, etc. se demander ou voir avec étonnement qui, ce que, etc.
II. Pass.
1 être un objet d’étonnement : θαυμάζεται μὴ παρών SOPH je m’étonne qu’il ne soit pas présent;
2 être un objet d’admiration.
Étymologie: θαῦμα.

English (Autenrieth)

ipf. iter. θαυμάζεσκον, fut. θαυμάσσεται, aor. subj. θαυμάσωσι: wonder, admire.

English (Slater)

θαυμάζω
   a marvel (at) ἐμοὶ δὲ θαυμάσαι θεῶν τελεσάντων οὐδέν ποτε φαίνεται ἔμμεν ἄπιστον (P. 10.48) c. acc., “θυμὸν γυναικὸς καὶ μεγάλαν δύνασιν θαύμασον, οἷον ἀταρβεῖ νεῖκος ἄγει κεφαλᾷ” (P. 9.31)
   b wonder ἀλλὰ θαυμάζω, τί με λέξοντι Ἰσθμοῦ δεσπόται fr. 122. 13.

English (Strong)

from θαῦμα; to wonder; by implication, to admire: admire, have in admiration, marvel, wonder.

English (Thayer)

imperfect ἐθαύμαζον; future θαυμάσομαι (R G T Tr, a form far more common in the best Greek writings also than θαυμάσω; cf. Krüger, § 40, under the word; Kühner, § 343, under the word; (Veitch, under the word)); 1st aorist ἐθαύμασα; 1st aorist passive ἐθαυμασθην in a middle sense (Rst L Tr text); also 1future passive, in the sense of the middle, θαυμασθήσομαι (L WH; but the very few examples of the middle use in secular authors are doubtful; cf. Stephanus, Thesaurus iv., p. 259f; (yet see Veitch, under the word)); to wonder, wonder at, marvel: absolutely, L brackets Tr marginal reading brackets); T omits; L Tr brackets; WH reject the verse (see πρός, I:1a. at the beginning and 2b.)); θαῦμα μέγα (see θαῦμα, 2), πρόσωπον, to admire, pay regard to, one's external appearance, i. e. to be influenced by partiality, Sept. for פָּנִים נָשָׂא, διά τί, διά τοῦτο (omitted by Tdf.) is to be joined to G L Tr marginal reading; cf. Meyer (edited by Weiss) at the passage; Winer s Grammar, § 7,3) (Isocrates, p. 52d.; Aelian v. h. 12,6; 14,36); (followed by ἐν with the dative of object, according to the construction adopted by some in ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν ... αὐτόν, at his tarrying; cf. Winer s Grammar, § 33, b.; Buttmann, 264 (227); 185 (160f); ἐπί with the dative of person R G L Tr); by ἐπί with the dative of the thing, Xenophon, Plato, Thucydides, others; the Sept.); περί τίνος, Buttmann, 185 (161)) ἐθαύμασεν ἡ γῆ ὀπίσω τοῦ θηρίου, followed the beast in wonder, Buttmann, 59 (52)); followed by ὅτι, to marvel that, etc., εἰ (see εἰ, I:4), to be wondered at, to be had in admiration (ἐν with the dative of the person whose lot and condition gives matter for wondering at another, ἐν with the dative of the thing, ἐκθαυμάζω.)

Greek Monolingual

και θαμάζω (AM θαυμάζω, Α ιων. τ. θωμάζω)
1. βλέπω κάτι με θαυμασμό, με ευχαρίστηση και έκπληξη (α. «και τους ναούς σου θαύμασα, τών Κελτών ιερά πόλις», Κάλβ
β. «τύχη θαυμάσαι μέν ἀξία», Σοφ.)
2. μένω έκθαμβος, μένω κατάπληκτος, εκπλήσσομαι (α. «σε θαυμάζω για την τόλμη σου» β. «καὶ τοὺς ἄλλους πολίτας θαυμάζειν τε και ἐκπεπλῆχθαι», Πλάτ.)
3. τιμώ, λατρεύω, σέβομαι, εκτιμώ υπερβολικά
νεοελλ.
παθ. θαυμάζομαι και θαμάζομαι
εκπλήσσομαι, απορώ
μσν.
(η μτχ. ως επίθ.) θαυμασμένος, -η, -ον
γεμάτος θαυμασμό
αρχ.
1. λέω κάτι με έκπληξη
2. απορώ, παραξενεύομαι
3. παθ. τιμώμαι («ὁ δὲ θωμαζόμενος μάλιστα καὶ παντὸς τοῦ στρατεύματος ἡγεόμενος», Ηρόδ.)
4. φρ. α) «θαυμάζω πρόσωπόν τινος» — διατηρώ σεβασμό σε κάποιο πρόσωπο (ΠΔ.)
β) «τά εἰκότα θαυμάζομαι» — λαμβάνω τις τιμές που μού αρμόζουν (Θουκ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θαύμα.
ΠΑΡ. θαυμασμός, θαυμαστής, θαυμαστικός, θαυμαστός
μσν.
θαύμασμα.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) αποθαυμάζω
αρχ.
αναθαυμάζω, εκθαυμάζω, επιθαυμάζω, προσθαυμάζω, συνθαυμάζω, υπερθαυμάζω].

Greek Monotonic

θαυμάζω: Ιων. θωϋμ- ή θωμ-, Αττ. μέλ. θαυμάσομαι, Επικ. θαυμάσσομαι, αόρ. αʹ ἐθαύμᾰσα, παρακ. τεθαύμᾰκα· — Παθ., μέλλ. -ασθήσομαι, αόρ. αʹ ἐθαυμάσθην·
I. 1. απόλ., θαυμάζω, μένω έκθαμβος, είμαι έκπληκτος, σε Ομήρ. Ιλ., κ.λπ. 2. α) με αιτ., βλέπω κάτι με θαυμασμό και έκπληξη, καταπλήσσομαι, σε Όμηρ., Ηρόδ., Αττ. β) κοιτάζω κάτι με θαυμασμό και σεβασμό, τιμώ, θαυμάζω, λατρεύω, Λατ. admirari, abservare, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ., Αττ.· θαυμάζω τινά τινος, για ένα πράγμα, σε Θουκ.· ἐπί τινι, σε Ξεν.
3. με γεν., θαυμάζομαι, εκπλήσσομαι με, σε Θουκ., κ.λπ.· ἐθαύμασά σου λέγοντος, σε Πλάτ.
4. με δοτ. πράγμ., θαυμάζω για κάτι, σε Θουκ.
5. με αιτ. και απαρ., θαυμάζω σε πενθεῖν, σε Ευρ.
II. 1. Παθ., ατενίζομαι με θαυμασμό, σε Ηρόδ.· θαυμάζεται μὴ παρών, δηλ. συνεχίζει να μου προκαλεί έκπληξη που δεν παρίσταται, σε Σοφ.·
2. θαυμάζομαι, σε Ηρόδ.· τὰ εἰκότα θαυάζομαι, λαμβάνω τις προσήκουσες τιμές, σε Θουκ.

Russian (Dvoretsky)

θαυμάζω: ион. θωϋμάζω и θωμάζω (эп. impf. θαύμαζον - iter. θαυμάζεσκον, fut. θαυμάσομαι - редко θαυμάσω, aor. ἐθαύμασα, pf. τεθαύμακα; pass.: aor. ἐθαυμάσθην, pf. τεθαύμασμαι)
1) удивляться, поражаться, изумляться: ἡμεῖς ἑσταότες θαυμάζομεν Hom. мы стояли и удивлялись; οὐκ ἄλλη ἀρχὴ φιλοσοφίας ἢ τὸ θ. Plat. начало философии - не что иное, как удивление; μηδὲν θ. Plut. ничему не удивляться; θ. τινά (τι) Hom., Trag., Her., Plut., τινός Isocr. и τινί Thuc. удивляться кому(чему)-л.; θ. τινά τινος Thuc., τινὰ ἐπί τινι Xen., Plat., τινὰ περί τινος Plat., τινὰ ἀπό τινος Plut. и τινὰ διά τι или τί τινος Isocr. удивляться кому-л. из-за чего-л. или чему-л. в ком-л.; ἄκουε ἃ θαυμάζω ἐν τοῖς λεγομένοις ὑπὸ σοῦ Plat. послушай, что меня удивляет (кажется мне странным) в сказанном тобою; σοῦ ἔγωγε θαυμάσας ἔχω τόδε Soph. это меня в тебе удивило; πάλαι μὴ παρὼν θαυμάζεται Soph. удивительно, что его так долго нет; θαυμάζεσθαι ὑπό τινος Arst. быть предметом чьего-л. удивления;
2) дивиться (на что-л.), разглядывать с удивлением, смотреть с любопытством, созерцать с интересом (πτόλεμόν τε μάχην τε, Ἀχιλλῆα Hom.);
3) восторгаться, восхищаться (τινὰ ἐπὶ σοφίᾳ Xen.; τὴν ἀρετήν τινος Plut.): ἐθαύμασα μάλιστα αὐτοῦ, ὡς ἡδέως τῶν νεανίσκων τὸν λόγον ἀπεδέξατο Plat. я больше всего восхищался в нем тем, как ласково он выслушивал молодых людей; pass. οὗτος θωμάζεται ὑπὸ τοῦ δήμου Her. такой (человек) вызывает восхищение (снискивает уважение) у народа; θ. πρόσωπα NT лицемерно восхищаться;
4) недоумевать, не понимать, задаваться вопросом (εἰ διδακτόν ἐστιν ἀρετή Plat.): θαυμάζω, ὅστις ἔσται ὁ ἀντερῶν Thuc. не понимаю (желал бы я знать), кто станет возражать.

Middle Liddell


I. to wonder, marvel, be astonished, Il., etc.
2. c. acc. to look on with wonder and amazement, to wonder at, marvel at, Hom., Hdt., attic
b. to honour, admire, worship, Lat. admirari, observare, Od., Hdt., attic:—θ. τινά τινος for a thing, Thuc.; ἐπί τινι Xen.
3. c. gen. to wonder at, marvel at, Thuc., etc.; θ. σοῦ λέγοντος Plat.
4. c. dat. rei, to wonder at, Thuc.
5. c. acc. et inf., θ. σε πενθεῖν Eur.
II. Pass. to be looked at with wonder, Hdt.; θαυμάζεται μὴ παρών, i. e. I keep wondering that he is not present, Soph.
2. to be admired, Hdt.; τὰ εἰκότα θ. to receive proper marks of respect, Thuc.

Chinese

原文音譯:qaum£zw 滔馬索
詞類次數:動詞(46)
原文字根:希奇 相當於: (שָׁמֵם‎)
字義溯源:驚奇,希奇,詫異,驚訝,驚異,諂媚;源自(θαῦμα)=驚訝);而 (θαῦμα)出自(θεάομαι)*=察看)。這字46次的使用,其中33次都在四福音書,乃是當群眾看見主耶穌那神奇醫治的能力時,所發出來的驚奇感讚
同源字:1) (ἐκθαμβέω)極其驚駭 2) (ἔκθαμβος)非常驚訝 3) (ἔκθαμβος)大大驚奇 4) (θαμβέω)驚駭 5) (θάμβος)驚慌失惜 6) (θαῦμα)驚訝 7) (ἐκθαυμάζω / θαυμάζω)驚奇 8) (θαυμάσιος)驚奇地 9) (θαυμαστός)驚奇的
出現次數:總共(46);太(8);可(5);路(13);約(6);徒(5);加(1);帖後(1);約壹(1);猶(1);啓(5)
譯字彙編
1) 希奇(19) 太8:10; 太9:33; 太21:20; 太22:22; 可6:51; 路2:33; 路4:22; 路8:25; 路9:43; 路11:14; 路20:26; 路24:12; 約4:27; 約5:20; 約7:15; 徒2:7; 徒3:12; 約壹3:13; 啓17:6;
2) 就希奇(5) 太8:27; 路7:9; 徒4:13; 徒7:31; 啓17:6;
3) 詫異(3) 可15:44; 路2:18; 路11:38;
4) 都希奇(3) 太15:31; 可5:20; 啓13:3;
5) 你們⋯希奇(2) 約5:28; 約7:21;
6) 你⋯希奇(2) 約3:7; 啓17:7;
7) 必希奇(1) 啓17:8;
8) 諂媚(1) 猶1:16;
9) 他們⋯希奇(1) 路1:63;
10) 顯為希奇(1) 帖後1:10;
11) 他⋯詫異(1) 可6:6;
12) 在希奇著(1) 路24:41;
13) 覺希奇(1) 太27:14;
14) 他們都驚奇(1) 太9:8;
15) 覺得希奇(1) 可15:5;
16) 詑異(1) 路1:21;
17) 要驚奇(1) 徒13:41;
18) 我希奇(1) 加1:6