Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαβεβαιώνω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

(AM διαβεβαιῶ)
1. βεβαιώνω ρητά, επιβεβαιώνω κάτι
2. βεβαιώνω κάτι με πειστικότητα
3. υπόσχομαι με βεβαιότητα
αρχ.
(συνήθ. το μέσ. ως αποθ.) διαβεβαιοῦμαι
βεβαιώνω με επιμονή, υποστηρίζω κάτι ως βέβαιο και αναμφισβήτητο.