Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαβεβαιώνω

Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι. -> Go tell the Spartans, stranger passing by, that here, obedient to their laws, we lie.
Simonides of Kea

Greek Monolingual

(AM διαβεβαιῶ)
1. βεβαιώνω ρητά, επιβεβαιώνω κάτι
2. βεβαιώνω κάτι με πειστικότητα
3. υπόσχομαι με βεβαιότητα
αρχ.
(συνήθ. το μέσ. ως αποθ.) διαβεβαιοῦμαι
βεβαιώνω με επιμονή, υποστηρίζω κάτι ως βέβαιο και αναμφισβήτητο.