Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαγκωνίζομαι

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: διαγκωνίζομαι Medium diacritics: διαγκωνίζομαι Low diacritics: διαγκωνίζομαι Capitals: ΔΙΑΓΚΩΝΙΖΟΜΑΙ
Transliteration A: diankōnízomai Transliteration B: diankōnizomai Transliteration C: diagkonizomai Beta Code: diagkwni/zomai

English (LSJ)

   A lean on one's elbow, Dam.Isid.134.    II διηγκωνισμένος σφυγμός, term coined by Archig., Gal.8.651.

German (Pape)

[Seite 574] sich auf den Ellnbogen stützen, Suid.

Greek (Liddell-Scott)

διαγκωνίζομαι: ἀποθ., στηρίζομαι εἰς τὸν ἀγκῶνα, Δαμάσκ. (Σουΐδ.)

Spanish (DGE)

apoyarse en el codo διαγκωνισάμενος ἐπὶ τοῦ σκίμποδος ἔφη Dam.Isid.134
medic. διηγκωνισμένος (σφυγμός) un tipo de pulso acodado término acuñado por Arquígenes, Archig. en Gal.8.651, 662.

Greek Monolingual

διαγκωνίζομαι)
νεοελλ.
1. προσπαθώ σπρώχνοντας με τους αγκώνες να ανοίξω δρόμο για να περάσω
2. συνωστίζομαι, συνωθούμαι
αρχ.
στηρίζομαι στον αγκώνα.