Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τινάσσω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: τῐνάσσω Medium diacritics: τινάσσω Low diacritics: τινάσσω Capitals: ΤΙΝΑΣΣΩ
Transliteration A: tinássō Transliteration B: tinassō Transliteration C: tinasso Beta Code: tina/ssw

English (LSJ)

Il.12.298, etc.: fut. -ξω (ἀπο-) E.Ba.253: aor.

   A ἐτίναξα Il.20.57, Sapph.42, poet. τίναξα Pi.O.9.30:—Med. (v. infr.):— Pass., fut. τινάξεται (δια-) E.Ba.587 (lyr.): aor. ἐτινάχθην Plu.Cim. 16; Ep. 3pl. ἐτίναχθεν Il.16.348: 2 aor. part. τινᾰγείς Str.5.4.9 (s. v.l.): pf. 3sg. indic. τετίνακται Hp.Flat.14 (v.l. τετάρακται); inf. τετινάχθαι (δια-) Aesop.305:—shake or brandish a weapon, δύο δοῦρε τινάσσων Il.12.298; ἔγχος 20.163, Tyrt.11.25; φάσγανον Il.22.311; ἀστεροπήν 13.243; αἰγίδα 17.595; ἐν χεροῖν πύρπνουν βέλος A.Pr. 917; τόξα καὶ λόγχας ῥόπαλόν τε S.Tr.512 (lyr.); λαμπάδας ἐν χερσί Ar.Ra.340 (lyr.), cf. 328 (lyr.):—Med., ἐτινάξατο δούρατος ἀκμάς Theoc.22.185.    2 generally, shake, γαῖαν, of Poseidon, Il.20.57; ἑανοῦ ἐτίναξε λαβοῦσα shook her by the robe (to make her attend), 3.385; ποσὶ θρόνον λακτίζων ἐτίνασσε upset it, Od.22.88; ὡς δ' ἄνεμος . . θημῶνα τ. scatters, 5.368; νεῦρα (sc. κιθάρας) τ. make the strings quiver, by striking them, AP9.584.9; τὴν ἐσθῆτα συνεχῶς τ. (to air it) Gal.17(1).652: metaph., Ἔρος ἐτίναξέ μοι φρένας Sapph. l.c.: abs., shake fruit from trees, PFay.102.1 (ii A.D.):—Pass., ῥάβδῳ τινάσσεται τὸ μελάνθιον LXX Is.28.27:—Med., τιναξάσθην πτερά they shook their wings, Od.2.151 (so τινάσσονται πτερύγεσσιν Arat.971; τιναξαμένου τοῖς ὅπλοις Plu.Alex.63, cf. Dio39):—Pass., πήληξ τινάσσετο Il.15.609; πεδόθεν τινάσσετο μακρὸς Ὄλυμπος shook or quaked, Hes.Th.680; φόβῳ ἐτίναχθεν ἀϋτῆς quaked with fear, A.R.4.641.-- poet. Verb, used by Hp.l.c. (s. v.l.), Arist.Mu.397a28, Plu. (v. supr.), Sor.1.46, Philostr.VA4.6.

German (Pape)

[Seite 1117] aor. pass. ἐτινάχθην, auch ἐτινάγην, Strab., schwingen, schütteln, erschüttern; δύο δοῦρε τινάσσων, Il. 12, 298, und so oft von Lanzen; auch φάσγανον, 22, 311, wie Pind. N. 1, 52; σκύταλον, Ol. 9, 30; ἀστεροπήν, Il. 13, 243; αἰγίδα, 17, 595; τινάσσων χερσὶ πυρπνόον βέλος, Aesch. Prom. 919; τόξα καὶ λόγχας ῥόπαλόν τε τινάσσων, Soph. Tr. 510; ἔνερθε Ποσειδάων ἐτίναξεν γαῖαν, Il. 20, 57; aber χειρὶ δὲ νεκταρέου ἑανοῦ ἐτίναξε λαβοῦσα, 3, 385, ist = zog sie am Kleide, um sie aufmerksam zu machen; ποσὶ δὲ θρόνον λακτίζων ἐτίναξε, stieß um, Od. 22, 88; und vom Winde, ἠΐων θημῶνα τινάξῃ καρφαλέων, 5, 368, zerstreuen; auch pass., Ὄλυμπος οὔτ' ἀνέμοισι τινάσσεται, 6, 43; ἀμφὶ δὲ πήληξ σμερδαλέον κροτάφοισι τινάσσετο, Il. 15, 609; κρᾶτα, Eur. Herc. fur. 867; auch im med., τιναξάσθην πτερὰ πολλά, sie schwangen ihre Flügel, Od. 2, 151, wofür Arat. Dios. 239 τινάσσονται πτερύγεσσι sagt; vgl. Ep. ad. 6 (XII, 67); pass. ἐτινάσσετο μακρὸς Ὄλυμπος, er wurde erschüttert, Hes. Th. 680; φόβῳ τινάσσεσθαι, von Furcht erschüttert werden, erzittern, Ap. Rh. 4, 641.

Greek (Liddell-Scott)

τῐνάσσω: μέλλ. -ξω· παθ. ἀόρ. ἐτινάχθην. (Ἡ ῥίζα φαίνεται ὅτι εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ ἡ τοῦ κινέω· πρβλ. Ἡσύχ., ἀκινάγματα = τινάγματα, ἀκιναγμός = τιναγμός, κίνησις). Σείω, κινῶ, πάλλω ὅπλον, δύο δοῦρε τινάσσων Ἰλ. Μ. 293, κλπ.· ἔγχος Υ. 163· φάσγανον Χ. 311· ἀστεροπὴν Ν. 248· αἰγίδα P. 595· ἐν χεροῖν πύρνουν βέλος Αἰσχύλ. Πρ. 917· τόξα καὶ λόγχας ῥόπαλόν τε Σοφ. Τρ. 512· λαμπάδας ἐν χερσὶ Ἀριστοφ. Βάτρ. 340, πρβλ. 328. - Μέσ., ἐτινάξατο δούρατος ἀκμὰς Θεόκρ. 22. 185 2) καθόλου, σείω, τινάσσω, κοινῶς «τινάζω», τ. γαῖαν, ἐπὶ τοῦ Ποσειδῶνος, Ἰλ. Υ. 57· ἑανοῦ ἐτίναξε λαβοῦσα, ἔσεισεν ἐκ τοῦ ἱματίου (διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῆς), Γ. 385· θρόνον ποσὶ λακτίζων ἐτίναξε Ὀδ. Χ. 88· ὡς δ’ ἄνεμος... θημῶνα τ., διασκορπίζει, Ε. 368 (πρβλ. διατινάσσωνεῦρα κιθάρας τ., κάμνω τὴν χορδὴν νὰ τρέμῃ, νὰ πάλληται πλήττων αὐτὴν διὰ τοῦ πλήκτρου, Ἀνθ. (;). - Μέσ., τιναξάσθην πτερά, ἐτίναξαν τὰς πτέρυγάς των, Ὀδ. Β. 151· (οὕτω, τινάσσονται πτερύγεσσι Ἄρατ. 971). - Παθητ., πήληξ τινάσσετο Ἰλ. Ο. 609· ἐτινάσσετο μακρὸς Ὄλυμπος, ἐσείετο, διεσείετο, Ἡσ. Θεογ. 680· φόβῳ τινάσσεσθαι Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 641. - Πρβλ. ἐκ-, συν-τινάσσω. - Ποιητ. ῥῆμα ἐν χρήσει παρ’ Ἱππ. 300, Ἀριστ. π. Κόσμ. 5, 11, Φιλόστρ. 144.

French (Bailly abrégé)

f. τινάξω, ao. ἐτίναξα, pf. inus.
ao. Pass. ἐτινάχθην;
1 secouer, agiter, acc. : ῥοπήν IL lancer un éclair ; Pass. être agité, s’agiter : τοῖς ὅπλοις PLUT brandir des armes;
2 ébranler par des secousses : γαῖαν IL la terre;
Moy. τινάσσομαι (ao. τινάξασθαι) m. sign. : πτερά OD agiter ses ailes, battre des ailes.
Étymologie: R. Τι, ébranler.

English (Autenrieth)

ipf. ἐτίνασσον, τίνασσε, aor. ἐτιναξα, mid. ipf. τινάσσετο, aor. τιναξάσθην, pass. aor. 3 pl. τίναχθεν: shake, brandish; δοῦρε, αἰγίδα, ἀστεροπήν, mid. πτερά, ‘shook their’ wings, Od. 2.151 ; θρόνον, ‘overthrow,’ Od. 22.88 ; ἐκ (adv.) δ' ἐτίναχθεν ὀδόντες, ‘were dashed’ out, Il. 16.348; ‘plucked her garment,’ Il. 3.385.

English (Slater)

τῐνάσσω
   1 brandish ἀντίον πῶς ἂν τριόδοντος Ἡρακλέης σκύταλον τίναξε χερσίν; (O. 9.30) ἐν χερὶ δ' Ἀμφιτρύων κολεοῦ γυμνὸν τινάσσων φάσγανον ἵκετ (N. 1.52)

Greek Monolingual

ΝΑ
βλ. τινάζω.

Greek Monotonic

τῐνάσσω: μέλ. τινάξω, Παθ., αόρ. ἐτινάχθην, Επικ. γʹ πληθ. τίναχθεν·
1. σείω, κουνώ, κραδαίνω όπλο ή ασπίδα, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ. κ.λπ.
2. γενικά, σείω, τινάσσω γαῖαν, λέγεται για τον Ποσειδώνα, σε Ομήρ. Ιλ.· θρόνον ἐτίναξε, αναποδογύρισε το κάθισμα, σε Ομήρ. Οδ.· λέγεται για τον άνεμο, διασκορπίζω, στο ίδ. — Μέσ., τιναξάσθην πτερά, τίναξαν τα φτερά τους, στο ίδ. — Παθ., ἐτινάσσετο Ὄλυμπος, κουνιόταν ή εσείετο, σε Ησίοδ.

Russian (Dvoretsky)

τῐνάσσω: (aor. ἐτίναξα - pass. ἐτινάχθην)
1) потрясать, размахивать (αἰγίδα Hom.; λόγχας Soph.; λαμπάδας Arph.; med. δούρατος ἀκμάς Theocr.; τοῖς ὅπλοις Plut.): τ. γαῖαν Hom. колебать землю; τινάσσεσθαι πτερά Hom. махать крыльями, парить;
2) ворошить, разбрасывать (θημῶνα ἠΐων Hom.): χειρὶ ἑανοῦ ἐτίναξε λαβοῦσα Hom. (Афродита) взяла (Елену) рукой за платье и потянула (чтобы заставить обернуться);
3) бряцать, перебирать (νεῦρα κιθάρας Anth.);
4) толкать, опрокидывать (θρόνον ποσί Hom.);
5) с размаха бросать, метать (ἀστεροπήν Hom.).

Middle Liddell


1. to shake or brandish a weapon or shield, Il., Aesch., etc.
2. generally, to shake, τ. γαῖαν, of Poseidon, Il.; θρόνον ἐτίναξε upset the seat, Od.: of wind, to scatter, Od.:—Mid., τιναξάσθην πτερά they shook their wings, Od.:—Pass., ἐτινάσσετο Ὄλυμπος shook or quaked, Hes.

Frisk Etymology German

τινάσσω: {tinássō}
Forms: Aor. τινάξαι, -αχθῆναι, Fut. -άξω, Perf. Med. τετίναγμαι,
Grammar: v.
Meaning: schwingen, schütteln, erschüttern (ep. ion. äol. poet. seit Il.).
Composita : auch m. ἐκ-, ἐν-, ἀπο-, δια- u.a.,
Derivative: Davon τιναγμός (ἐκ-, ἐν-, ἀνα-) m. das Schütteln, Erschüttern (LXX, hell. u. sp. Pap. u.a.), -μα (ἀπο-, ἐν-) n. Erschütterung (LXX, AP), τινάκτωρ m. Erschütterer, von Poseidon (S. in lyr., Nonn.), -τειρα f. vom Dreizack des Poseidon (A. Pr. 924); ἐκτιναγμός auch ‘(plötzliches) Weggehen, Absatz einer Ware’ (Pap.); vgl. ἐκτινάξαι· ἀποκινῆσαι H. und ἀποκινεῖν· τὸ ἀπέρχεσθαι καὶ ἀποτρέχειν Suid. (Kapsomenakis Voruntersuchungen 13 ff.). -ακτρον n. Getreideschwinge (Pap. IIIp), -αξις f. das Wegstoßen (Heph. Astr., EM).
Etymology : Nicht sicher erklärt. Erwägenswert Fick BB 16, 282: τινάξαι, -ξω aus *κινάξαι, -ξω (zu κινέω, κίνυμαι) dissimiliert, wozu τινάσσω ( : πατάσσω, ἀράσσω u.a.). Dazu ἀκίναγμα, -αγμός ? (Schwyzer 733 A. 4 m.Lit.; anders s. ἀκινάκης).
Page 2,902