Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ταράσσω

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: τᾰράσσω Medium diacritics: ταράσσω Low diacritics: ταράσσω Capitals: ΤΑΡΑΣΣΩ
Transliteration A: tarássō Transliteration B: tarassō Transliteration C: tarasso Beta Code: tara/ssw

English (LSJ)

Pi.O.2.63, etc.; Att. ταράττω Ar.Eq.902; also θράσσω (q.v.): fut. ταράξω ib.358, etc.: aor.

   A ἐτάραξα Od.5.291, (συν-) Il.1.579, 8.86: plpf. συν-ετεταράχει D.C.42.36: Ep. pf. in pass. sense τέτρηχα (v. infr. 111):—Pass., fut. ταραχθήσομαι Men.858 (prob.), Epict.Ench.3, etc.; Med. ταράξομαι in pass. sense, Th.7.36, X. Cyr.6.1.43: aor. ἐταράχθην Ar.Nu.386 (anap.), etc.: pf. τετάραγμαι ib.388 (anap.), etc.:—stir, trouble, in a physical sense, σύναγεν νεφέλας ἐτάραξε δὲ πόντον [Ποσειδῶν] Od.5.291; κύμασιν ταράσσεται πόντος Archil.54, cf. Sol.54; τ. πέλαγος ἁλός E.Tr.88, cf. 692; ὁμοῦ τ. τήν τε γῆν καὶ τὴν θάλατταν εἰκῇ Ar.Eq.431; τ. καὶ κυκᾶν Id.Ach.688 (troch.), Eq.251 (troch.); οὐ χθόνα ταράσσοντες troubling not the earth (by ploughing), Pi. l.c.; βροντήμασι . . κυκάτω πάντα καὶ ταρασσέτω A.Pr.994; τ. φάρμακον perh. mix, Luc.Lex.4, cf. Amips. 18: metaph., φωνὰν ταρασσέμεν to wag the tongue, Pi.P.11.42; πάντα τ., of a speaker, jumble up, D.19.93; τὴν τῶν πραγμάτων διδασκαλίαν Gal.15.185.    2 trouble the mind, agitate, disturb, με δεινὸς ὀρθομαντείας πόνος στροβεῖ ταράσσων A.Ag. 1216; δεινὰ (adverbial) τ. [με] S.OT483 (lyr.); ὅταν ταράξῃ Κύπρις ἡβῶσαν φρένα E.Hipp.969, cf. Fr.1079.4; Νικίαν ταράξω Ar.Eq.358 (troch.); τ. καρδίαν E.Ba.1321; esp. of fear, A.Ch.289, Ar.Eq.66, etc.; ἄν τις φόβος τ. X.Mem.2.4.6; τὸ σῶμα τ. τὴν ψυχήν Pl.Phd. 66a, cf. 103c; so τ. γλῶσσαν E.IA1542: abs., cause confusion, Pl. R.564b, Hp.Mi.373b:—Pass., Id.Phd.100d, etc.; περί τι Id.Sph. 242c; διά τι D.4.3; ταράσσομαι φρένας S.Ant.1095; ὄμμα σὸν τ. E. Or.253.    3 of an army, etc., throw into disorder, Hdt.4.125, 9.51, etc.; ἐτάρασσον τοὺς ταρσοὺς τῶν κωπέων Id.8.12:—Pass., to be in disorder, Id.4.125,129, 8.16, Th.4.25, X.Cyr.2.1.27, etc.; ἐν σφίσιν αὐτοῖς τ. Th.7.67.    b metaph., rout or upset, κριτήριον τ. Demetr.Lac.Herc.1012.38 (perh. variant of Epicur.Sent. 24):—Pass., λόγου ταραχθέντος Phld.Rh.1.136 S.; εἰ τὰ σημεῖα ταραχθείη Gal.6.262.    4 τ. τὴν γαστέρα cause relaxation of the bowels, of purges, Hp.Nat.Mul.12, cf. Acut.56, Arist.Pr. 864b23, Gal.15.667:—Pass., ἐταράχθης τὴν γαστέρα Ar.Nu.386 (anap.); τὸ πνεῦμα Gal.15.903; more generally, τεταραγμένον σῶμα Sor.1.105.    5 freq. of political agitation, τ. τὴν πόλιν Ar.Eq. 867; τὰ πράγματα ib.214:—Pass., to be in a state of disorder or anarchy, ἐν ἀλλήλοις τ. Th.2.65, cf. D.2.14, Ptol.Tetr.164.    6 ταράττεσθαι ἐπὶ τῶν ἵππων to be shaken in one's seat on horseback, X. Cyr.5.2.17.    7 Math., τεταραγμένη ἀναλογία disturbed proportion, Euc.5Def.18, Archim.Sph.Cyl.2.4.    II stir up, metaph., τ. νεῖκος, πόλεμον, S.Ant.794 (lyr.), Pl.R.567a; φόνον E.Ba. 797; ἡλίκα πράγματα ταράξασα D.18.153, cf. X.An.5.10.9; τ. δίκας τινὶ πρός τινας Plu.Them.5:—Pass., πόλεμος ἐταράχθη D.18.151; γόος . . ταραχθείς A.Ch.331 (lyr.).    III exc. in the places mentioned, Hom. uses only intr. pf. τέτρηχα, to be in disorder or confusion, be in an uproar, τετρήχει δ' ἀγορή Il.2.95; ἀγορὴ τετρηχυῖα 7.346; so τετρηχυῖα θάλασσα AP7.283 (Leon.); τετρηχότος οἴδματος A.R.1.1167; τετρηχότα βῶλον Id.3.1393; τετρηχότι νώτῳ Nic.Th.267; but ἐκ σέθεν . . ἄλγεα . . τετρήχασι cruel woes arise, A.R. 4.447, cf. 3.276, Philet.7; in Nic.Th.72 τετρήχοντα κλήματα is f.l. for δὲ τρήχοντα. (Alexandrine and later Poets seem to have thought erroneously that τέτρηχα = to be rough (cf. τραχύς).) (ταράχψω from ταραχ-ή, τάραχ-ος and these from *θᾰρᾰχ-: cogn. with θράσσω from θρᾱχ-yω of which the Ion. pf. is τέτρηχα.)

German (Pape)

[Seite 1070] att. -ττω, fut. med. ταράξομαι in der Bdtg des fut. pass., Thuc. 7, 36, wie Xen. Cyr. 6, 1, 43, perf. τέτρηχα (s. unten u. vgl. θράσσω), rühren, auf-, durcheinanderrühren, verwirren; Hom. vom Poseidon, σύναγεν νεφέλας, ἐτάραξε δὲ πόντον, Od. 5, 291, wie ταράξω πέλαγος Αἰγαίας ὰλός Eur. Troad. 88; ταραχθεὶς πόντος, 687, das von Stürmen aufgewühlte Meer; σὺν δ' ἴππους ἐτάραξε, Il. 8, 86, er machte die Pferde wild, scheu; οὐ χθόνα ταράσσοντες, das Land nicht umwendend, pflügend, Pind. Ol. 2, 63; φωνὰν ταρασσέμεν, P. 11, 42, verwirren; κυκάτω πάντα καὶ ταρασσέτω, Aesch. Prom. 996; übertr., bestürzt machen, μάταιος ἐκ νυκτῶν φόβος κινεῖ, ταράσσει, Ch. 287; δεινὰ ταράσσει σοφὸς οἰωνοθέτας, Soph. O. R. 483; pass. bestürzt werden, sein, ταράσσομαι φρένας, Ant. 1082; ὥς μοι ὑφ' ήπατι δεῖμα χλοερὸν ταράσσει, Eur. Suppl. 599; τίς σὴν ταράσσει καρδίαν; Bacch. 1320; ὅταν ταράξῃ Κύπρις ἡβῶσαν φρένα, Hipp. 969, u. öfter so von den Leidenschaften; γῆν καὶ θάλατταν εἰκῆ, Ar. Equ. 429; καὶ κυκᾶν, Ach. 658 Equ. 251; dah. wie κυκᾶν, mischen, φάρμακον, Luc. Lex. 4; vgl. Nic. Th. 665. 936; κύλικα φαρμάκου, Plut. an vit. ad inf. suff. 3; αἵματος τεταραγμένου μέλιτι, Erasistr. bei Ath. VII, 324 a; so auch λαγὸν ταράξας πῖθι τὸν θαλάσσιον, Amips. bei Schol. Ar. Vesp. 480 u. Ath. X, 446 d. In Prosa: πολλά με ταράττει, Plat. Phaed. 103 c; Theaet. 206 a u. öfter; bes. Krieg, Aufruhr erregen, σὺ καὶ τόδε νεῖκος ἀνδρῶν σύναιμον ἔχεις ταράξας, Soph. Ant. 789; τὴν πόλιν, Ar. Equ. 864; πόλεμον, Plat. Rep. VIII, 567 a; vgl. Dem. 18, 151; ὅτι οὐδὲν δέοι ταράσσεσθαι, ἀλλὰ νόμοις τοῖς ἀρχαίοις χρῆσθαι, Xen. Hell. 2, 4, 42; στάσεις καὶ πολέμους, Plut. Cat. min. 22; auch ἐγκλήματα καὶ δίκας τινί, Them. 5; ein Heer in Verwirrung, Unordnung bringen, Her. 9, 50. 51; auch von Sachen, sie verwirren, τοὺς ταρσοὺς τῶν κωπέων, 8, 12; ὁρῶν τοὺς Συρακοσίους ταρασσομένους καὶ οὐ ῥᾳδίως ξυντασσομένους, Thuc. 7, 3; πάντα ταῦτα καθορῶν ἄνω κάτω ταραττόμενα δεινῶς, Plat. Prot. 361 c; τεταραγμένος τὴν γνώμην, Luc. Scyth. 3. – Bei den Aerzten ταράττειν τὴν κοιλίαν, den Unterleib in Unordnung bringen, d. i. Durchfall verursachen. – Das ep. perf. τέτρηχα hat die intrans. Bdtg in Verwirrung, unruhige Bewegung gerathen, τετρήχει δ' ἀγορή, die Volksversammlung gerieth in unruhige Bewegung, Il. 2, 95; ἀγορὴ τετρηχυῖα, 7, 346; so auch sp. D., wie τετρηχυῖα θάλασσα Leon. Tar. 96 (VII, 283). Erst spätere Dichter haben hiernach ein praes. τρήχω gemacht, das aber für jene homerische Form anzunehmen nicht nöthig ist; aus der att. Form θρασσω, für ταράσσω, wird regelnmäßig τέτρᾶχα, ion. τέτρηχα, abgeleitet, s. Buttm. Lexil. I p. 210. Damit hängt τρηχύς zusammen.

Greek (Liddell-Scott)

ταράσσω: Ἀττ. -ττω, παρ’ Ἀττ. καὶ κατὰ συγκοπὴν θράσσω (ὃ ἴδε)· μέλλ. ταράξω Ἀττ.· ἀόρ. ἐτάραξα Ὅμηρ., Ἀττ.· πρκμ. τετάρᾰχα, γνωστὸς μόνον ἐκ τοῦ ὑπερσ. συνετεταράχει Δίων Κ. 42. 34· Ἐπικ. πρκμ. ἐπὶ οὐδετέρας σημασ. τέτρηχα (ἴδε κατωτ. ΙΙΙ). ― Παθητ., μέλλ. ταραχθήσομαι Μένανδρ. ἐν Ἀδήλ. 244, καὶ μεταγεν.· μέσ. ταράξομαι ἐπὶ παθητ. σημασίας, Θουκ. 7. 36, Ξεν. Κύρ. 6. 1, 43· ἀόρ. ἐταράχθην Ἀττ.· πρκμ. τετάραγμαι Ἀττ. (Ἐκ τῆς √ΤΑΡΑΧ, πρβλ. τετάραχα, ταραχή, καὶ τέτρηχα, τρηχύς). Ὡς καὶ νῦν, διαταράσσω, κοινῶς «ταράζω», ἀνακατώνω, ἐπὶ φυσικῆς σημασίας, σύναγεν νεφέλας ἐτάραξε δὲ πόντον [[[Ποσειδῶν]]] Ὀδ. Ε. 291· κύμασιν ταράσσεται πόντος Ἀρχίλ. 49, πρβλ. Σόλωνα 26· τ. πέλαγος ἁλὸς Εὐρ. Τρῳ. 88, πρβλ. 687 ὁμοῦ ταρ. τήν τε γῆν καὶ τὴν θάλατταν εἰκῇ Ἀριστοφ. Ἱππ. 431· τ. καὶ κυκᾶν ὁ αὐτ. ἐν Ἀχ. 688, Ἱππ. 251· οὕτω καί, οὐ χθόνα ταράσσοντες, μὴ ταράττοντες τὴν γῆν (διὰ τῆς ἀρόσεως), Πινδ. Ο. 2. 114· βροντήμασι κυκάτω πάντα καὶ ταρασσέτω Αἰσχύλ. Πρ. 994· λαγὸν ταράξας πῖθι τὸν θαλάσσιον Ἀμειψίας ἐν «Σφενδόνῃ» 2, πρβλ. τάρακτρον· ― μεταφορ., τ. φωνάν, κινῶ τὴν γλῶσσαν, Πινδ. Π. 11. 66· πάντα τ., ἐπὶ ῥήτορος, Λατιν. commiscere, Δημ. 370. 12· δεινὰ τ., ποεῖν αὐτὰ δεινότερα, Σοφ. Ο. Τ. 483. 2) ταράσσω τὸν νοῦν, συνταράττω, διαταράττω, εἰς ἀνησυχίαν ἐμβάλλω, με δεινὸς ὀρθομαντείας φόνος στροβεῖ ταράσσων Αἰσχύλ. Ἀγ. 1216· Κύπρις τ. φρένα Εὐρ. Ἱππ. 969, πρβλ. Σοφ. Ἀποσπ. 607, Ἀριστοφ. Ἱππ. 358, κλπ.· τ. καρτίαν Εὐρ. Βάκχ. 1322· μάλιστα ἐπὶ φόβου (πρβλ. συνταράσσω), Αἰσχύλ. Χο. 289, Ἀριστοφ. Ἱππ. 66, Πλάτ., κλπ.· ἄν τις φόβος τ. Ξεν. Ἀπομν. 2. 4, 6· ὡσαύτως, τὸ σῶμα ταρ. τὴν ψυχὴν Πλάτ. Φαίδων 66Α, πρβλ. 103C· οὕτω, τ. γλῶτταν Εὐρ. Ι. Α. 1542· ἀπολ., προξενῶ σύγχυσιν, Πλάτ. Πολ. 564Β, Ἱππ. Ἐλάττων 373Β. ― Παθ., ὁ αὐτ. ἐν Φαίδωνι 100D, κλπ.· περί τι ὁ αὐτ. ἐν Σοφιστ. 242C· διά τι Δημ. 41. 7· ταράσσομαι φρένας Σοφ. Ἀντ. 1095· ὄμμα σὸν τ. Εὐρ. Ὀρ. 253. 3) ἐπὶ στρατοῦ, ἐμβάλλω εἰς σύγχυσιν, εἰς ταραχήν, Ἡρόδ. 4. 125., 9. 51, Ξεν., κλπ. ― Παθ., εἶμαι ἐν ταραχῇ, Ἡρόδ. 4. 125, 129., 8. 16, Θουκ., κλπ.· ἐν σφίσιν αὐτοῖς τ. ὁ αὐτ. 7. 87· οὕτω, β) ἐτάρασσον τοὺς ταρσοὺς τῶν κωπέων Ἡρόδ. 8. 12. 4) τ. τὴν κοιλίαν, προξενεῖν ἀνωμαλίαν ἢ ταραχὴν εἰς τὴν κοιλίαν, ἐπὶ ἰσχυρῶν καθαρσίων, Ἱππ. 567. 15, Ἀριστ. Προβλ. 1. 43, 3. ― ἐν τῷ παθητ., ταράττομαι τὴν γαστέρα Ἀριστοφ. Νεφ. 386. 5) συχν. ἐπὶ πολιτικῶν ὑποθέσεων, ἐμβάλλω εἰς ταραχήν, συνταράσσω, τὴν πόλιν ὁ αὐτ. ἐν Ἱππ. 867· τὰ πράγματα αὐτόθι 214. ― Παθ., εἶμαι ἐν τεταραγμένῃ καταστάσει, ἐν ἀταξίᾳ ἢ ἀναρχίᾳ, ἐν ἀλλήλοις τ. Θουκ. 2. 65, πρβλ. Δημ. 22. 8, κλπ., πρβλ. ταρακτικός. 6) ταράττομαι ἐπὶ τοῦ ἵππου, σείομαι καθήμενος ἐπὶ τοῦ ἵππου, Ξεν. Κύρ. 5. 2, 17. ΙΙ. κινῶ, ἐγείρω, ὥς μου τὸν θῖνα ταράττεις, «ἐκ βυθοῦ με κινεῖς, ἀντὶ τοῦ τὴν καρδίαν» (Σχόλ.), Ἀριστοφ. Σφ. 696· μεταφορ., τ. νεῖκος, πόλεμον Σοφ. Ἀντ. 794, Πλάτ. Πολ. 567Α· φόνον Εὐρ. Βάκχ. 792· ἡλίκα πράγματα ταράξασα Δημ. 278. 15, πρβλ. Ξεν. Ἀν. 5. 10, 9· τ. δίκας τινὶ Πλουτ. Θεμιστ. 5· ― Παθητ., πόλεμος ἐταράχθη Δημ. 277. 23· γόος ταραχθεὶς Αἰσχύλ. Χο. 331. ΙΙ. ἐκτὸς τῶν μνημονευθέντων χωρίων ὁ Ὅμηρος ποιεῖται χρῆσιν τοῦ ἀμεταβ. πρκμ. τέτρηχα, εἶμαι ἐν καταστάσει ταραχῆς, διατελῶ ἐν ταραχῇ, ἐν συγχύσει καὶ ἀκαταστασία, τετρήχει δ’ ἀγορὴ Ἰλ. Β. 95· ἀγορὴ τετρηχυῖα Η. 346· οὕτω, τετρηχυῖα θάλασσα Ἀνθ. Π. 7. 283· τετρηχότα βῶλον Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 1393· τετρηχότι νώτῳ Νικ. Θηρ. 267· ἀλλά, ἐκ σέθεν... ἄλγεα... τετρήχασι, πάθη, λῦπαι, δυστυχίαι ἐξεγείρονται, Ἀπολλ. Ρόδ. Δ. 447· ὁ Νίκ. Θηρ. 521, ἔχει μετοχὴν μετὰ καταλήξεως ἐνεστ., τετρήχοντα κλήματα· ― ἴδε B?t?m. Lexil. ἐν λ.

French (Bailly abrégé)

f. ταράξω, ao. ἐτάραξα, pf. inus.
Pass. f. ταράξομαι, ao. ἐταράχθην, pf. τετάραγμαι, pqp. ἐτεταράγμην;
I. tr. 1 remuer, agiter : φάρμακον LUC préparer un médicament en agitant les ingrédients qui le composent ; τ. πόντον OD faire bouillir la mer, soulever les vagues ; μὴ ταράττεσθαι ἐπὶ τῶν ἵππων XÉN n’être pas troublé, parce qu’on est à cheval, càd conserver l’esprit libre pour voir, entendre ; θάλασσα ταράσσεται SOL (PLUT) la mer commence à bouillonner, est soulevée ; en parl. d’une armée jeter dans le désordre, Pass. tomber dans le désordre ou la confusion ; ἐν σφίσιν αὐτοῖς ταρασσόμενοι THC confondus les uns avec les autres ; fig. en parl. d’affaires, de troubles politiques πράγματα τεταραγμένα DÉM affaires embrouillées;
2 mettre dans un état d’agitation intérieure (de l’âme), troubler, inquiéter ; agiter en gén. ; effaroucher (un cheval) ; troubler, inquiéter ; Pass. ταράσσεσθαι φρένας SOPH avoir l’esprit troublé ; abs. s’effrayer, être saisi de frayeur, être mis dans le trouble ou l’embarras;
3 fig. exciter, soulever : νεῖκος SOPH une querelle ; ἐγκλήματα καὶ δίκας τινί PLUT des accusations et des procès contre qqn ; Pass. πόλεμος ἐταράχθη DÉM la guerre fut soulevée;
II. intr. (au pf. épq. τέτρηχα) être troublé, agité.
Étymologie: R. Τραχ rendre raboteux, cf. τραχύς ; d’où troubler, p. opp. à aplanir, apaiser, calmer.

English (Autenrieth)

(τραχύς), aor τάραξα, perf. part. τετρηχυῖα, plup. τετρήχει: stir up, trouble, disturb, throw into confusion; πόντον, ἵππους, δαῖτα, Od. 5.291, Θ , Il. 1.579. The perf. is intrans., be in confusion, stormy, Il. 2.95, Il. 7.346.

English (Slater)

τᾰράσσω
   1 disturb οὐ χθόνα ταράσσοντες ἐν χερὸς ἀκμᾷ οὐδὲ πόντιον ὕδωρ (O. 2.63) ὠκύαλον τε πόντου ῥιπὰν ἐτάραξε καὶ† (ὠκύαλον Νότου ῥιπὰν ἐτάραξε coni. Wil.) Παρθ. 2. 20. met., Μοῖσα, τὸ δὲ τεόν, εἰ μισθοῖο συνέθευ παρέχειν φωνὰν ὑπάργυρον, ἄλλοτ' ἄλλᾳ ταρασσέμεν ἢ πατρὶ Πυθονίκῳ τό γε νῦν ἢ Θρασυδᾴῳ (sc. φωνάν: set in motion, Burton: cf. Schadewaldt, 284̆{5}; Hanssen, Aevum, 1950, 162ff.) (P. 11.42)

English (Strong)

of uncertain affinity; to stir or agitate (roil water): trouble.

English (Thayer)

imperfect ἐτάρασσόν; 1st aorist ἐταραξα; passive, present imperative 3rd person singular ταρασσέσθω; imperfect ἐταρασσομην; perfect τεταραγμαι; 1st aorist ἐταράχθην; from Homer down; to agitate, trouble (a thing, by the movement of its parts to and fro);
a. properly: τό ὕδωρ, R L),7 (τόν Πόντον, Homer, Odyssey 5,291; τό πέλαγος, Euripides, Tro. 88; τόν ποταμόν, Aesop fab. 87 (25)).
b. tropically, "to cause one inward commotion, take away his calmness of mind, disturb his equanimity; to disquiet, make restless" (the Sept. for בִּהֵל, etc.; passive, ταράσσομαι for רָגַז, to be stirred up, irritated); α. to stir up: τόν ὄχλον, τούς ὄχλους, L T Tr WH). β. to trouble: τινα, to strike one's spirit with fear or dread, passive, παράσσεται ἡ καρδία, ἑαυτόν (cf. our to trouble oneself), A. V. was troubled (some understand the word here of bodily agitation)) (σεαυτόν μή ταρασσε, Antoninus 4,26); τετάρακται ἡ ψυχή, ἐταράχθη τῷ πνεύματι, γ. to render anxious or distressed, to perplex the mind of one by suggesting scruples or doubts (Xenophon, mem. 2,6, 17): τιναλόγοις, διαπαράσσω, ἐκπαράσσω.)

Greek Monolingual

ΝΜΑ, και ταράζω Ν, και αττ. τ. ταράττω Α
1. ανακινώ, αναταράσσω (α. «η θάλασσα είναι ταραγμένη» β. «σύναγεν νεφέλας ἐτάταξε δὲ πόντον [ὁ Ποσειδῶν]», Ομ. Οδ.)
2. μτφ. προκαλώ ταραχή, προξενώ σύγχυση, καταστρέφω την ψυχική γαλήνη και την ησυχία κάποιου (α. «μέ τάραξαν τα νέα που μού είπες» β. «εμούγκρισ', εταράχτηκε και σαν λιοντάρ' αγριεύγει», Ερωτόκρ.
γ. «μάταιος ἐκ νυκτῶν φόβος κινεῑ, ταράσσει», Αισχύλ.
δ. «ταράσσομαι φρένας», Σοφ.)
νεοελλ.
(η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) ταραγμένος, -η, -ο
(για πρόσ.) α) αναστατωμένος
β) οργισμένος, συγχυσμένος
μσν.
μτφ. φέρνω στην επιφάνεια («κι εἰς τ' ἄντερά μου σέβηκεν, καὶ τάραξεν τὴν πεῑναν», Πρόδρ.)
αρχ.
1. (για στρατό) προκαλώ αναστάτωση, προξενώ αταξία
2. ιατρ. (για ισχυρά καθαρτικά) επιφέρω ανωμαλία
3. (σχετικά με πολιτικές καταστάσεις) συνταράσσω, προξενώ ταραχές («καὶ σὺ λαμβάνεις ἢν τὴν πόλιν ταράττῃς», Αριστοφ.)
4. κινώ, εγείρω («ὥς μου τὸν θῑνα ταράττεις», Αριστοφ.)
5. (στον Όμ. αμτβ. και συν. στον παρακμ.) τέτρηχα
βρίσκομαι σε κατάσταση ταραχής, σύγχυσης («τετρήχει δ' ἀγορή», Ομ. Ιλ.)
6. μτφ. α) διεγείρω, ξεσηκώνω («σὺ καὶ τόδε νεῑκος ἀνδρῶν σύναιμον ἔχεις ταράξας», Σοφ.)
β) ανατρέπωκριτήριον ταράσσω», Δημήτρ.)
γ) (για ρήτορα ή συγγραφέα) συγχέω («ταράττειν τὴν τῶν πραγμάτων διδασκαλίαν», Γαλ.)
7. φρ. «ταράττομαι ἐπὶ τοῡ ἵππου» — σείομαι, ταλαντεύομαι πάνω στο άλογο (Ξεν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η ρίζα του ρήματος είχε, προφανώς, δασέα σύμφωνα, dhŗә2-gh-, από όπου η λ. ταραχή (με ανομοίωση τών δασέων), ενώ ο ενεστ. ταράσσω με ενεστ. επίθημα - θα μπορούσε να θεωρηθεί και μετονοματικό παράγωγο. Ο αρχ. τ. παρακμ. τέ-τρη-χα (με μηδενισμένο το πρώτο και εκτεταμένο το δεύτερο φωνήεν) οδήγησε στον σχηματισμό του ενεστ. θράσσω (βλ. λ. θράσσω). Οι συνδέσεις του ρ. τόσο με το επίθ. τραχύς όσο και με το ρ. τρέχω μάλλον πρέπει να αποκλειστούν. Στη Νέα Ελληνική το ρ. ταράζω έχει σχηματιστεί από τον αόρ. ἐτάραξα, κατά το σχήμα: ἔκραξα - κράζω].

Greek Monotonic

τᾰράσσω: Αττ. ταράττω, στους Αττ. επίσης συγκοπτ. θράσσω (√ΤΑΡΑΧ)· μέλ. ταράξω, αόρ. ἐτάραξα, παρακ. τετάρᾰχα, Επικ. τέτρηχα (βλ. κάτ. III) — Παθ., μέλ. ταραχθήσομαι, Μέσ., ταράξομαι, με Παθ. σημασία· αόρ. ἐταράχθην, παρακ. τετάραγμαι·
I. 1. αναταράσσω, ανακατεύω, ενοχλώ, με φυσική σημασία, ἐτάραξε πόντον, σε Ομήρ. Οδ.· ὁμοῦ ταράσσω τήν τε γῆν καὶ τὴν θάλατταν, σε Αριστοφ.· βροντήμασι κυκάτω πάντα καὶ ταρασσέτω, σε Αισχύλ.· πάντα ταράσσω, λέγεται για ρήτορα, ανακατώνω, μπερδεύω, σε Δημ.· δεινὰ ταράσσω, κάνω τα δεινά δεινότερα, σε Σοφ.
2. ταράσσω το νου, αναταράσσω, ενοχλώ, ανησυχώ, σε Τραγ., Πλάτ. κ.λπ.· απόλ., προξενώ σύγχυση, σε Πλάτ.
3. λέγεται για το στρατό, εμβάλλω σε διαταραχή, σε Ηρόδ., Ξεν. κ.λπ. — Παθ., είμαι σε ταραχή, σε Ηρόδ., Θουκ.
4. λέγεται για πολιτικές υποθέσεις, συνταράσσω, συγχύζω, σε Αριστοφ. — Παθ., είμαι σε κατάσταση ταραχής ή αναρχίας, σε Θουκ., Δημ.
5. ταράττεσθαι ἐπὶ τῶν ἵππων, κουνιέμαι καθήμενος στη σέλα αλόγου, σε Ξεν.
II. αναταράσσω λάσπη, ανυψώνω με το ανακάτεμα, σε Αριστοφ.· μεταφ., ταράσσω νεῖκος, πόλεμον, σε Σοφ., Πλάτ. — Παθ., πόλεμος ἐταράχθη, σε Δημ.
III. αμτβ., παρακ. τέτρηχα, βρίσκομαι σε κατάσταση αναστάτωσης, σύγχυσης, τετρήχει δ'ἀγορή, σε Ομήρ. Ιλ.· ἀγορὴ τετρηχυῖα, στο ίδ.

Russian (Dvoretsky)

τᾰράσσω: атт. τᾰράττω (fut. ταράξω; pass.: fut. ταράξομαι - поздн. ταραχθήσομαι, aor. ἐταράχθην, pf. τετάραγμαι)
1) мешать, размешивать (φάρμακον Luc.);
2) смешивать (ὁμοῦ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλατταν Arph.);
3) волновать, вздымать (πέλαγος Eur.; ταραχθεὶς πόντος Eur.);
4) взрыхлять, вспахивать (χθόνα Pind.);
5) сотрясать, сокрушать (βροντήμασι πάντα Aesch.);
6) потрясать, мутить, приводить в смятение, смущать, тревожить (καρδίαν Eur.; τὴν ψυχήν Plat.; τινὰ λόγοις NT): ταράττομαι ἐν τοῖς ἄλλοις πᾶσι Plat. я теряюсь во всех прочих вопросах; ταράσσομαι φρένας Soph. мой ум мутится; ταράττεσθαι ἐπὶ τῶν ἵππων Xen. терять ясность восприятия при верховой езде; οὐ δεῖ ταράττεσθαι, μή τις φήσῃ Arst. не нужно смущаться тем, что кто-л. скажет; ἀκούσας ἐταράχθη Xen. услышав (это, он) встревожился;
7) приводить в замешательство, расстраивать (sc. τοὺς πολεμίους Her.; τὴν πόλιν Arph.): Θετταλοὶ τεταραγμένοι Dem. взбунтовавшиеся фессалийцы; τῶν πραγμάτων ταραττομένων Dem. когда начались неурядицы; ταράττεσθαι τὴν γαστέρα Arph. страдать расстройством желудка;
8) ворошить, разгребать: τ. τὸν θῖνά τινος Arph. трогать кого-либо до глубины души, задевать кого-л. за живое;
9) возбуждать, поднимать, начинать (νεῖκος Soph.; πόλεμον Plat.): ἐγκλήματα τ. τινί Dem. выдвигать обвинения против кого-л.; πόλεμος πρός τινα ἐταράχθη Dem. вспыхнула война против кого-л.; τ. φωνάν Pind. запевать песню;
10) (pf. τέτρηχα) находиться в волнении, волноваться: ἀγορὴ τετρηχυῖα Hom. бурное собрание; τετρηχυῖα θάλασσα Anth. бушующее море.

Middle Liddell

[cf. θράσσω [Root !ταραχ]
I. to stir, stir up, trouble, in a physical sense, ἐτάραξε πόντον Od.; ὁμοῦ τ. τήν τε γῆν καὶ τὴν θάλατταν Ar.; βροντήμασι κυκάτω πάντα Aesch.; πάντα τ., of a speaker, to jumble up, Dem.; δεινὰ τ. makes "confusion worse confounded," Soph.
2. to trouble the mind, confound, agitate, disturb, disquiet, Trag., Plat., etc.: absol. to cause confusion, Plat.
3. of an army, to throw into disorder, Hdt., Xen., etc.:—Pass. to be in disorder, Hdt., Thuc.
4. of political matters, to agitate, distract, Ar.:—Pass. to be in a state of disorder or anarchy, Thuc., Dem.
5. ταράττεσθαι ἐπὶ τῶν ἵππων to be shaken in one's seat on horseback, Xen.
II. to stir up mud, raise by stirring up, Ar.: metaph., τ. νεῖκος, πόλεμον Soph., Plat.; Pass., πόλεμος ἐταράχθη Dem.
III. intr. perf. τέτρηχα, to be in disorder or confusion, be in an uproar, τετρήχει δ' ἀγορή Il.; ἀγορὴ τετρηχυῖα Il.

Frisk Etymology German

ταράσσω: -άττω (Pi., ion. att.),
{tarássō}
Forms: Aor. ταράξαι (seit Il.), Pass. -αχθῆναι, Fut. -άξω, Pass. -άξομαι, Perf. Pass. τετάραγμαι (ion. att.), Akt. -αχα (sp.),
Grammar: v.
Meaning: ‘um-, aufrühren, in Verwirrung bringen, erregen, erschrecken’.
Composita : oft m. Präfix, bes. συν-,
Derivative: Davon ταραγμός m. Verwirrung (Trag.), -αγμα n. verwirrter Zustand (E., D.H. u.a.); zur Bed.differenzierung zwischen -μός und -μα Chantraine Form. 146; -αξις, auch m. ἐκ-, ἐπι-, συν-, Verwirrung; -άκτωρ m. Unruhestifter (A.), -άκτης m. ib. (Lyk.), -ακτικός zum Verwirren geeignet, störend (sp.), -ακτρον n. "Rührkelle" als Schimpfwort = Unruhestifter (Ar.; dazu Fraenkel Nom. ag. 2, 120 m. A.5), -ακτήριον n. ib. (Sch.). — Dazu das alte ταραχή f. Verwirrung, Unruhe, Aufruhr (Pi., ion. att.) mit -ώδης (ion. att.); als Hinterglied u.a. in ἀτάραχος ohne Unruhe, ruhig (Arist., hell. u. sp.) neben ἀτάρακτος mit ἀταραξία, -ίη (Hp., hell. u. sp.); selten τάραχος m. = ταραχή (X., hell. u. sp.).
Etymology : An das alte System Aor. ταράξαι, Perf. intr. τέτρηχα schlossen sich zwei Präsentia: θράσσω (mit θρᾶξαι) und ταράσσω (mit ταράξω, τετάραγμαι); letzteres läßt sich auch als Denominativum von ταραχή auffassen. Für weitere Anknüpfungen s. θράσσω.
Page 2,855

Chinese

原文音譯:tar£ssw 他拉索
詞類次數:動詞(17)
原文字根:攪擾 相當於: (בָּהַל‎) (דָּלַח‎) (זָעַף‎) (צָהַל‎)
字義溯源:激動*,攪亂,攪動,攪擾,愁煩,煩惱,憂愁,不安,驚慌;參讀 (ἀκηδεμονέω / ἀδημονέω) (ἀνασείω)同義字
同源字:1) (διαταράσσω)徹底的攪擾 2) (ἐκταράσσω)全然的攪擾 3) (ταράσσω)激動 4) (ταραχή)滋擾 5)滋擾
出現次數:總共(18);太(2);可(1);路(2);約(7);徒(3);加(2);彼前(1)
譯字彙編
1) 憂愁(5) 約11:33; 約12:27; 約13:21; 約14:1; 約14:27;
2) 攪擾(3) 徒17:13; 加1:7; 加5:10;
3) 驚慌(2) 路1:12; 彼前3:14;
4) 攪動(2) 約5:4; 約5:7;
5) 你們⋯愁煩(1) 路24:38;
6) 曾⋯攪擾(1) 徒15:24;
7) 就驚慌了(1) 太14:26;
8) 驚慌了(1) 徒17:8;
9) 甚驚慌(1) 可6:50;
10) 不安(1) 太2:3