Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δυναμερός

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: δῠνᾰμερός Medium diacritics: δυναμερός Low diacritics: δυναμερός Capitals: ΔΥΝΑΜΕΡΟΣ
Transliteration A: dynamerós Transliteration B: dynameros Transliteration C: dynameros Beta Code: dunamero/s

English (LSJ)

ά, όν,

   A potent, of drugs: hence as Subst., φυσικὰ δυναμερά, title of work by Ps.-Bolus, Suid. s.v. Βῶλος, cf. Archig. ap. Aët. 3.114.

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM δυναμερός, -ά, -όν)
1. δυνατός, ισχυρός
2. (για υποστήριγμα) αυτός που έχει αντοχή
αρχ.-μσν.
(για φάρμακο) ισχυρός, τονωτικός.