Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εγκαινιάζω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

(Μ ἐγκαινιάζω)
1. τελώ τα εγκαίνια
2. χρησιμοποιώ για πρώτη φορά καινούργιο πράγμα
3. εφαρμόζω κάτι για πρώτη φορά («εγκαινίασε νέα τακτική»)
μσν.
αγιάζω.