Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εγκαταλείπω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(AM ἐγκαταλείπω)
1. αφήνω κάποιον ή κάτι εντελώς, παρατώ
2. αφήνω κάποιον αβοήθητο ή απροστάτευτο σε δύσκολη στιγμή («Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί μὲ ἐγκατέλιπες; ΚΔ)
3. αφήνω παρά το καθήκον, άστοργα (α. «ἐγκατέλειψε τα παιδιά του, το χωράφι του»)
4. παραιτούμαι από σκέψη ή συναίσθημα (α. «εγκατέλειψε τους στόχους του» β. «οὐδ' ἐγκατέλιπον τὰς ἐν αὐτοῑς ἐλπίδας», Πολύβ.)
μσν.
1. παύω
2. κληροδοτώ
3. (μέσ. για αριθμητική πράξη) απομένω
αρχ.
1. παθ. μένω πίσω
2. ιατρ. αφήνω συμπτώματα.