Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εμβόλιο

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το (AM ἐμβόλιον)
νεοελλ.
1. παρασκεύασμα που χορηγείται ενδομυϊκώς (με ένεση) ή από το στόμα για να προκαλέσει ανοσία προς ορισμένη νόσο ή για θεραπευτικούς σκοπούς
2. κλωνάρι δέντρου με οφθαλμούς, το οποίο χρησιμοποιείται για τον δενδροκομικό εμβολιασμό
3. η δαμαλίδα κατά της ευλογιάς, η βατσίνα
αρχ.-μσν.
1. το δόρυ
2. εμβόλιμο άσμα
3. στόμιο ή υδρορρόη
4. γλυπτό στόλισμα σκευών.