Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δόρυ

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: δόρυ Medium diacritics: δόρυ Low diacritics: δόρυ Capitals: ΔΟΡΥ
Transliteration A: dóry Transliteration B: dory Transliteration C: dory Beta Code: do/ru

English (LSJ)

τό, Att. gen. δόρατος, rare in Poets, as Ar.Ach.1120, late Ep. dat. pl.

   A δοράτεσσι Q.S.6.363: Ep.and Ion. decl., gen. δούρατος (also in Pi.P.4.38); dat. δούρατι (also in S.Ph.721 (lyr.)); pl. δούρατα, δούρασι (but codd. of Hdt. usu. have δόρατα, δόρασι): more commonly δουρός, δουρί (but δορί Archil.2.1); dual δοῦρε; pl. δοῦρα, δούρων, δούρεσσι; dat. pl. δούροις Opp.H.3.573: Trag., gen. δορός; dat. δορί or δόρει, the former required by metre in A.Th.347,456,958, Ag.111, E.Hec. 909, Ph.186, etc. (all lyr.), also in Id.Hec.5; δόρει is required in S.OC620, 1314, 1386; ξὺν δορὶ ξὺν ἀσπίδι Ar.V.1081, but σὺν δόρει σὺν ἀσπίδι Achae.29, cf. Choerob. in Theod.1.346; δορί occurs in Prose in the phrases δορὶ ἑλεῖν, λαβεῖν (v. infr. 11.2): nom. pl. δόρη E. Rh.274, Theopomp.Com.25; gen. δορῶν Hsch.: nom. δοῦρας AP6.97 (Antiphil.). Exc. sg. δόρυ, Hom. uses only the Ion. forms:    I stem, tree, οὔπω τοῖον ἀνήλυθεν ἐκ δόρυ γαίης Od.6.167; but commonly, plank or beam, δοῦρ' ἐλάτης κέρσαντες Il.24.450; δούρατα μακρὰ ταμών Od.5.162, cf. Il.3.61; δούρατα πύργων 12.36; δούρατ' ἀμάξης Hes.Op.456; mostly of ships, δόρυ νήϊον ship's plank, Il.15.410, etc.; νήϊα δοῦρα Od.9.498; also, mast, E.Tr.1148: hence,    2 δ. εἰνάλιον, ἀμφῆρες, of a ship, Pi.P.4.27, E.Cyc.15; δ. ποντοπόρον S.Ph. 721 (lyr.); also δόρυ alone, A.Pers.411, Ag.1618, E.Hel.1611; ἐπ' Ἀργῴου δορός Id.Andr.793; also δούρων, of oars, Hymn.Is.152.    3 pillory, stocks, ἐν δουρὶ δεθεὶς αὐχένα Anacr.21.9.    II shaft of a spear, δόρυ μείλινον the ashen shaft, Il.5.666, al.: hence, generally, spear itself, δ. χάλκεον 13.247; ἀσπίδα καὶ δύο δοῦρε Od.1.256, etc.; hunting-spear, Il.12.303; δόρατα ναύμαχα boarding-pikes, Hdt.7.89: freq. in military phrases, v. πέλεκυς 1; εἰς δόρατος πληγήν within spear's throw, X.Eq.8.10; εἰς δόρυ ἀφικόμενοι Id.HG4.3.17; ἐπὶ δόρυ to the right hand, in which the spear was held, opp. ἐπ' ἀσπίδα, Id.An.4.3.29 (cf. κλίνω IV. 3, κλίσις 111); παρὰ δόρυ Id.Lac.11.10; εἰς δόρυ Id.HG6.5.18; τὴν ἐμβολὴν ἐκ δόρατος ποιεῖσθαι Plb.3.115.9:— ὑπὸ δόρυ πωλεῖσθαι, = Lat. sub hasta venire, D.H.4.24, cf. Str.4.6.7.    b pole of a standard, X.Cyr.7.1.4.    c sceptre, E.Hec. 9.    d stick used as tourniquet, Hp.Nat.Puer.24.    2 metaph., δουρὶ κτεατίζειν win wealth by the spear, i.e. in war, Il.16.57; ὑπὸ δουρὶ πόλιν πέρθαι ib.708; in Prose, δορὶ ἑλεῖν, λαβεῖν, Th.1.128, App. BC4.8; an armed force, συμμάχῳ δ. A.Eu.773; δ. ἐπακτοῦ S.OC 1525; καὶ τὸ δ. καὶ τὸ κηρύκειον πέμπειν to offer war or peace, Plb. 4.52.4. (Cf. Skt. dā´ru 'piece of wood', δορά (B), δρῦς.)

German (Pape)

[Seite 659] τό, der Baum, das Holz, der Balken, die Lanze; verwandt δρῦς, δένδρεον u. δένδρον, δρίος; Sanskrit drus »Baum«, »Holz«, dàru »Holz«, Goth. triu »Baum«, Altsächs. trio »Holz«, »Baum«, »Balken«, Englisch tree, Kirchenslav. drĕvo »Baum«, Curtius Grundz. d. Griech. Etymol. 1204. Homer gebraucht δόρυ oft, in folgenden Formen : δόρυ, genit. δουρός (, nist. aus δόρυος) und δούρατος (entst. aus δορύατος) Iliad. 11, 357, dativ. δουρί und δούρατι Iliad. 13, 77 Odyss. 5, 371, dual. δοῦρε, plural. δοῦρα (entst. aus δόρυα) und δούρατα (entst. aus δορύατα), genit. δούρων Iliad. 22, 243 Odyss. 17, 384, dativ. δούρασιν Iliad. 21, 162 und δούρεσσι Iliad. 12, 303 Odyss. 8. 528. Vgl. die Declination von γόνυ. Homer gebraucht δόρυ oft in der Bedeutung »Balken«, besonders von den Balken der Schiffe, δόρυ νήιον und δοῦρα νεῶν, Iliad. 2, 135. 15, 410. 3, 61; δούρατα πύργων Iliad. 12, 36; sodann oft in der Bedeutung »Lanze«, Iliad. 12, 303. 16, 708. 21, 178; in Ilad. 2, 382 εὖ μέν τις δόρυ θηξάσθω ist die metallne Spitze unzweifelhaft als Theil des δόρυ selbst betrachtet. Am merkwürdigsten unter allen Homerischen Stellen sind zwei von Apoll. Lex. Hom. p. 60, 7 nicht berücksichtigte Stellen der Odyssee, welche einem und demselben Liede angehören: Odyss. 8, 507 heißt das trojanische Pferd κοῖλον δόρυ und Odyss. 6, 167 erscheint δόρυ in der Grundbedeutung »Baum«, ἐπεὶ οὔ πω τοῖον ἀνήλυθεν ἐκ δόρυ γαίης, kein solcher Baum wie das φοίνικος νέον ἔρνος auf Delos vs. 163, Scholl. Aristonic. ἐκ δόρυ γαίης: σημείωσαι ὅτι καὶ τὸ δένδρον δόρυ καλεῖ – Folgende: gen. δόρατος, ion. u. ep. δούρατος und δουρός, bei att. Dichtern gew. δορός u. so weiter, δορὶ ἑλεῖν auch in Prosa; Pind. hat δούρατος P. 4, 38. δουρί Ol. 6, 17, δορί I. 4, 47; die Tragg. gew. δορός, δορί, δούρατι, Soph. Phil. 712, δόρει, O. C. 626, emend. Herm., womit der plur. δόρη Eur. Rhes. 274 Poll. 7, 158 u. B. A. p. 1364 zu vgl.; dat. plur. δούρασι Her. 1, 172; δοράτεσσι Qu. Sm. 6, 363; δούροις Opp. H. 3, 573; Antiphil. 9 (VI, 97) hat auch im nom. δοῦρας. – Δόρυ öfters = das Schiff selbst, Aesch. Pers. 403 Ag. 1601; Soph. ποντοπόρον, Phil. 712; ἀμφῆρες Eur. Cycl. 14; sp. D, wie Opp. Cyn. 4, 265. – Meist = »Lanze«, Pind., Tragg. u. in Prosa, wo häufig ἀσπὶς καὶ δόρυ die Rüstung des Schwerbewaffneten bezeichnet; Thuc. 6, 58; Plat. Euthyd. 299 c; εἰς δόρυ ἀφικνεῖσθαι, in den Bereich des Speerwurfes kommen, Xen. Hell. 4, 3, 17; vollständiger εἰς δόρατος πληγήν, de re equ. 8, 10; – ἐπὶ δόρυ, zur Rechten, als Kommando bei den Soldaten, vgl. ἀσπίς; ἀναστρέψαντες ἐπὶ δόρυ, rechtsum kehrt, Xen. An. 4, 3, 29; auch παρὰ δόρυ, Lac. 11, 10; εἰς δόρυ, Hell. 6, 5, 18; eben so ἐκ δόρατ ος, von der rechten Seite, Pol. 3. 115, 9. – Uebertr., Kriegsgewalt, Krieg; oft Tragg.; δορὸς ἐν χειμῶνι Soph. Ant. 666; δορὶ ἑλεῖν, zum Kriegsgefangenen machen, Thuc. 1, 128; – auch = Heer; ξυμμάχῳ δορί Aesch. Eum. 743; vgl. Valck. Eur. Phoen. 762. – Bei Dion. Hal. 4, 24 ist ὑπὸ δόρυ πωλεῖν das röm. sub hasta vendere.

Greek (Liddell-Scott)

δόρυ: τό, γεν. δόρατος, ἀλλὰ σπάνιον παρὰ ποιηταῖς, ὡς Ἀριστοφ. Ἀχ. 1120· ― κατ’ Ἐπ. κλίσιν, γεν. δούρατος (ὡσαύτως παρὰ Πινδ.), δοτ. δούρατι (ὡσαύτως παρὰ Σοφ. Φ. 721· λυρικὸν χωρίον), πληθ. δούρατα, δούρασι· κοινότερον δουρός, δουρί, δυϊκ. δοῦρε, πληθ. δοῦρα, δούρων, δούρεσσι. Παρ’ Ἀττ. ποιηταῖς, γεν. δορὸς δοτ. δορὶ ἢ δόρει, ὧν τὸ πρῶτον ἀπαιτεῖται ὑπὸ τοῦ μέτρου ἐν Αἰσχύλ. Θήβ. 347, 456, 926, Ἀγ. 111, Εὐρ. Ἑκ. 909, Φοιν. 187, κτλ. (ἅπαντα χωρία λυρικά), ἀλλ’ ἐν Εὐρ. Ἑκ. 5 ἐν ἰαμβ, στίχῳ, ἐν ᾦ τὸ δόρει ἀπαιτεῖται ἐν Σοφ. Ο. Κ. 620, 1314. 1386, παρ’ Ἀριστοφ. Εἰρ. 356 (ἅπαντα ἰαμβικά)· ἀλλὰ συνήθως ἀπαντᾷ ἐν ἰαμβικοῖς στίχοις, ὅπουτύπος εἶναι ἀδιάφορος· δορὶ ἀπαντᾷ καὶ παρὰ τοῖς πεζοῖς ἐν ταῖς φράσεσι δορὶ ἑλεῖν Θουκ. 1. 128, δορὶ λαβεῖν Ἀππ. Ἐμφυλ. 4. 8, 95· ὀνομ. πληθ. δόρη Εὐρ. Ρήσ. 274, Θεόπομπ. Κωμ. Καπηλ. 2· ― καὶ ὀνομαστική τις δοῦρας Ἀνθ. Π. 6. 97. ― Πρβλ. γόνυ. Ἐξαιρέσει τοῦ ἑνικοῦ δόρυ (ὅπερ οὐδέποτε γίνεται δοῦρυ), ὁ Ὅμηρ. μεταχειρίζεται μόνον τοὺς Ἰων. τύπους (ἴδε ἐν. λ. δρῦς): Ι. στέλεχος, δένδρον, Ὀδ. Ζ. 167, οὔπω τοῖον ἀνήλυθεν ἐκ δόρυ γαίης, ὅπερ αὐτόθι 163 εἶναι νέον ἔρνος· ἀλλὰ κοινῶς = ξύλον, δοκός, δοῦρ’ ἐλάτης κέρσαντες Ἰλ. Ω. 450· δούρατα μακρὰ ταμὼν Ὀδ. Ε. 162, πρβλ. Ἰλ. Γ. 61· δούρατα πύργων Ἰλ. Μ. 36· δούραθ’ ἁμάξης Ἡσ. Ἔργ. κ. Ἡμ. 454· ἀλλὰ συνήθως ἐπὶ πλοίων, δόρυ νήϊον Ἰλ. Ο. 410, κτλ.· νήϊα δοῦρα Ὀδ. Ι. 498· ― ἐντεῦθεν, 2) τὸ πλοῖον καλεῖται δ. εἰνάλιον, ἀμφῆρες Πίνδ. Π. 4. 47, Εὐρ. Κύκλ. 15· ἀλλὰ καὶ μόνον δόρυ ὡς τὸ Λατ. trabs, Αἰσχύλ. Πέρσ. 411. Ἀγ. 1618, Εὐρ. Ἑλ. 1611· ἐπ’ Ἀργῴου δορὸς ὁ αὐτ. Ἱκέτ. 794· ὡσαύτως, δούρων, ἐπὶ κωπῶν, Ἐπιγραμμ. Ἑλλην. 1028. 62.ΙΙ. τὸ ξύλον λόγχης, δόρυ μείλινον, κοντάρι ἐκ ξύλου μελίας, Ἰλ. Α. 666, κ. ἀλλ.· ἐντεῦθεν καθόλου, τὸ δόρυ ὁλόκληρον, δ. χάλκεον Ἰλ. Ν. 247· οἱ Ὁμηρικοὶ ἥρωες συνήθως ἔφερον δύο, Ὀδ. Α. 256, κτλ.· θηρευτικὴ λόγχη, Ἰλ. Μ. 303· δόρατα ναύμαχα, διὰ ναυμαχίαν, Ἡρόδ. 7. 89· ― συχνὸν ἐν στρατιωτικαῖς φράσεσιν, ἴδε ἐν λ. πέλεκυς Ι· εἰς δόρατος πληγήν, μέχρις οὗ ἐξικνεῖται καὶ πλήττει τὸ δόρυ, Ξεν. Ἱππ. 8, 10· εἰς δόρυ ἀφικνεῖσθαι ὁ αὐτ. Ἑλλ. 4. 3, 17· ἐπὶ δόρυ, πρὸς δεξιά, διότι ἐν τῇ δεξιᾷ ἐκρατεῖτο τὸ δόρυ· ἀντίθ. ἐπ’ ἀσπίδα, ὁ αὐτ. Ἀν. 4. 3, 29 (πρβλ. κλίνω IV. 3, κλίσις ΙΙΙ)· οὕτω, παρὰ δόρυ ὁ αὐτ. Λακ. 11, 10· εἰς δόρυ ὁ αὐτ. Ἑλλ. 6. 5, 18· ἐκ δόρατος Πολύβ. 3. 115, 9 (πρβλ. δορίπαλτος)· ― παρὰ Διον. Ἁλ. 4. 24, Στράβ. 206, ὑπὸ δόρυ πωλεῖν κεῖται ἀντὶ τοῦ Λατινικοῦ sub hasta vendere. β) τὸ ξύλον σημαίας, Ξεν. Κύρ. 7. 1, 4. 2) μεταφ., δουρὶ κτεατίζω κτῶμαι πλοῦτον διὰ τοῦ δόρατος, δηλ. ἐν πολέμῳ, Ἰλ. Π. 57· δουρὶ πόλιν πέρθαι αὐτόθι 708· παρὰ πεζοῖς, δορὶ ἑλεῖν, ἴδε ἐν ἀρχῇ· παρὰ Τραγ. πρὸς δήλωσιν ὡπλισμένης στρατιᾶς, Αἰσχύλ. Εὐμ. 773, Σοφ. Ο. Κ. 1525, κτλ.· καὶ τὸ δ. καὶ τὸ κηρύκειον πέμπειν, προτείνειν καὶ πόλεμον καὶ εἰρήνην, Πολύβ. 4. 52, 3.

French (Bailly abrégé)

δόρατος (τό) :
A. propr. tronc d’arbre sur pied;
B. p. suite :
I. morceau de bois découpé d’un tronc d’arbre, bois équarri, poutre;
II. bois employé pour construire (une tour, un chariot, un navire) : δούρατα épq. πύργων IL poutres ou planches des tours ; δόρυ κοῖλον OD le bois creux, càd le cheval de Troie ; δόρυ νήϊον IL, νήϊα δοῦρα OD, δοῦρα νεῶν IL ou abs. δοῦρα OD planches d’un navire, navire, vaisseau ; δόρυ ποντοπόρον SOPH navire qui traverse la mer ; ἰθύνειν δόρυ ESCHL diriger un navire;
III. bois d’une arme (lance ou javeline), d’où
1 lance : ἐπὶ δόρυ, παρὰ δόρυ, εἰς δόρυ XÉN du côté de la lance, càd à droite, p. opp. à ἐπ’ ἀσπίδα ; fig. δορὶ ἑλεῖν THC faire prisonnier litt. conquérir à la pointe de la lance ; p. ext. pour exprimer l’idée d’une force armée, pour signifier la guerre;
2 épieu de chasse;
3 sceptre.
Étymologie: DELG même étym. que δρῦς.

English (Autenrieth)

gen. δούρατος and δουρός, dat. δούρατι and δουρί, du. δοῦρε, pl. δούρατα and δοῦρα, dat. δούρασι and δούρεσσι: (1) wood, beam, and of a living tree, Od. 6.167; of timber, esp. for ships, δοῦρα τέμνειν, τάμνεσθαι, Od. 5.162, 2, Il. 3.61; ἐλάτης, Il. 24.450; δόρυ νήιον, νήια δοῦρα, δοῦρα νηῶν, Il. 17.744, Od. 9.498, Β 13, Od. 5.370.—(2) shaft of a spear, spear; of ash, μείλινον, Il. 5.666.

English (Slater)

δόρυ (δούρατος, δουρί, δορί, δόρυ.)
   a spear ἀμφότερον μάντιν τ' ἀγαθὸν καὶ δουρὶ μάρνασθαι (O. 6.17) δουρὶ Περικλυμένου πρὶν νῶτα τυπέντα μαχατὰν θυμὸν αἰσχυσθῆμεν (N. 9.26) τίς ἄρ' ἐσλὸν Τήλεφον τρῶσεν ἑῷ δορὶ; (I. 5.42) Τροίας ἶνας ἐκταμὼν δορί (I. 8.52)
&nbnbsp;  b ship “ἐξ ωκεανοῦ φέρομεν νώτων ὕπερ γαίας ἐρήμων ἐννάλιον δόρυ” (P. 4.27) “πεύθομαι δ' αὐτὰν κατακλυσθεῖσαν ἐκ δούρατος ἐναλίαν βᾶμεν” (P. 4.38)

Greek Monolingual

το (AM δόρυ)
επιθετικό όπλο, κοντάρι από σκληρό ξύλο με αιχμή χάλκινη στην ομηρική εποχή και αργότερα σιδερένια, τετράγωνη ή φυλλοειδή και μετάλλινο κώνο (σταυρωτήρα) στην άλλη άκρη
αρχ.
1. ξύλο, κλαδί («δοῡρ' ἐλάτης κέρσαντες» — αφού έκοψαν κλαδιά από έλατο)
2. δέντροοὔπω τοῑον ἀνήλυθε ἐκ δόρυ γαίης» — δεν φύτρωσε ώς τώρα τέτοιο δέντρο απ' τη γη)
3. ξύλο («δούρατα μακρὰ ταμών», «δούρατα πύργων», «δούραθ' ἁμάξης»)
4. δοκός πλοίου («δόρυ νήιον», «νήια δοῡρα»)
5. πλοίο (δόρυ και «δόρυ εἰνάλιον ἡ ἀμφῆρες» — με κουπιά απ' τις δυο μεριές)
6. κουπί
7. το κοντάρι, το ξύλινο μέρος του δόρατος
8. το κοντάρι της σημαίας
9. σκήπτρο
10. στρατιά
11. φρ. α) «εἰς δόρατος πληγήν», «εἰς δόρυ ἀφικνεῑσθαι» — σε απόσταση βολής δόρατος
β) «ἐπί, παρά, εἰς δόρυ» — προς τα δεξιά («ἐπ' ἀσπίδα» — προς τ' αριστερά)
γ) «δουρὶ κτεατίζω» — αποκτώ πλούτη με το δόρυ, με τον πόλεμο
δ) «δουρὶ πόλιν πέρθαι» ή «δορὶ ἑλεῑν» — κυριεύω στον πόλεμο
ε) «καὶ τὸ δόρυ καὶ τὸ κηρύκειον πέμπειν» — προτείνω και πόλεμο και ειρήνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. δόρυ ταυτίζεται με το αρχ. ινδ. dāru και το αβεστ. dāuru «ξύλο», εκτός από το -ā- που δεν απαντά σε ΙΕ ρίζα (πρβλ. γόνυ-jānu). Συνδέεται με χεττ. taru «ξύλο» καθώς επίσης και με τοχ. Α', Β' -or- «ξύλο» στο οποίο παραμένει ανεξήγητη η απουσία του -d- (πρβλ. δάκρυ). Ανάγεται στην ΙΕ ρίζα dor-w- που απαντά με τη μορφή dr-ew στα δένδρον, δρυς κ.λπ. Ως α' συνθετικό εμφανίζεται σε πάρα πολλά σύνθετα κυρίως με τον τύπο δο(υ)-ρι- (δοτική οργανική) (πρβλ. δο(υ)ρι-άλωτος, δο(υ)ρί-κλειτος, δο(υ)ρί-κλυτος κ.λπ.). Ενώ σε μικρότερο αριθμό συνθέτων εμφανίζεται με τη μορφή δορυ- (πρβλ. δορυ-σσόος, δουρ-ηνεκές < δορF-ηνεκές
(βλ. διηνεκές). Τέλος, με τη μορφή δουρο- απαντά στο δουροδόκη «θήκη δοράτων» και στο δουροτόμος, που όμως σημαίνει «ξυλοκόπος». Εμφανίζεται επίσης και ως α' συνθετικό σε κύρια ονόματα (πρβλ. Δορύλαος, Δόρυκλος κ.λπ.) καθώς επίσης και με την εκτεταμένη βαθμίδα δωρ- που προέρχεται από τη σίγηση του -F- μετά από -ρ- (πρβλ. Δωρίμαχος κ.λπ.). Η ίδια μορφή απαντά και ως β' συνθετικό -δωρος (πρβλ. ασχέ-δωρος).
ΠΑΡ. δοράτιο
αρχ.
δορατισμός, δορήιος
μσν.
δορατίζω.
ΣΥΝΘ. δορατομαχία
αρχ.
δορατοξόος, δορατοπαχής, δορίγαμβρος, δορικανής, δορίκρανος, δορίκτητος, δορίκτυπος, δορίληπτος, δοριλύμαντος, δοριμανής, δορίμαργος, δοριμήστωρ, δορίπαλτος, δοριπετής, δορίπληκτος, δορίπονος, δοριπτοίητος, δορισθενής, δοριστέφανος, δοριτίνακτος, δορίτολμος
αρχ.-μσν.
δορατοφόρος, δοριάλωτος, δοριθήρατος.

Greek Monotonic

δόρυ: τό, γεν. δόρατος· Επικ. κλίση: γεν. δούρατος, δοτ. δούρατι, πληθ. δούρατα, δούρασι· επίσης, δουρός, δουρί, δυϊκ. δοῦρε, πληθ. δοῦρα, δούρων, δούρεσσι· στους Αττ. ποιητές, γεν. δορός, δοτ. δορί ή δόρει, πληθ. ονομ. δόρη (από την ίδια ρίζα όπως το δρῦς
I. 1. κορμός δέντρου, δέντρο, σε Ομήρ. Οδ.· κοινώς, ξύλο ή δοκάρι, σε Όμηρ.· δόρυ νήϊον, σανίδα πλοίου, στον ίδ.
2. το πλοίο αποκαλείται δόρυ, όπως το Λατ. trabs, σε Αισχύλ., Ευρ.
II. 1. ξύλο, κοντάρι δόρατος, σε Ομήρ. Ιλ.· έπειτα, γενικά, δόρυ, λόγχη, σε Όμηρ. κ.λπ.· εἰς δόρυ ἀφικνεῖσθαι, μπαίνω εντός πεδίου ρίψης του δόρατος, εντός της εμβέλειας των δοράτων, σε Ξεν.· ἐπὶ δόρυ, προς τη μεριά του δόρατος, δηλ. στο δεξί χέρι, προς τα δεξιά, αντιθ. προς το ἐπ' ἀσπίδα, στον ίδ.· επίσης, το κοντάρι μιας σημαίας, στον ίδ.
2. μεταφ., δουρὶ κτεατίζειν, αποκτώ πλούτη με το δόρυ, δηλ. μέσω του πολέμου, σε Ομήρ. Ιλ.· δορὶ ἑλεῖν, σε Θουκ.· στους Τραγ., για να εκφράσει οπλισμένη, αρματωμένη στρατιά.

Russian (Dvoretsky)

δόρυ: δόρατος, эп.-ион. δούρατος и δουρός, поэт. δορός τό (dat. δόρατι, δούρατι, δουρί, δορί и δόρει; dual. δοῦρε; pl.: nom. δόρατα, δούρατα, δοῦρα и δόρη, gen. δοράτων и δούρων, dat. δόρασι, δούρασι и δούρεσσι)
1) дерево (sc. φοίνικος ἔρνος Hom.);
2) брус, балка, доска или древесина (δοῦρ᾽ ἐλάτης Hom.; δούραθ᾽ ἁμάξης Hes.): κοῖλον δ. Hom. = δουράτεος ἵππος; δ. νηϊον, νήϊα δοῦρα, δοῦρα νεῶν и δοῦρα Hom. корабельный лес;
3) судно, корабль (δ. γομφόδετος Aesch. и ποντοπόρον Soph.): δ. ἰθύνειν ἐπί τι Aesch. и εὐθύνειν ἔς τι Eur. направлять корабль на (во) что-л.;
4) шест, древко (μείλινον Hom.; δόρατα ἐκ δέρματος τοῦ ἵππου τοῦ ποταμίου Arst.; ἀετὸς χρυσοῦς ἐπὶ δόρατος Xen.): τὸ λελογχωμένον δ. Arst. снабженное наконечником древко;
5) (царский) жезл, скипетр (λαὸν εὐθύνειν δορί Eur.);
6) копье (χάλκεον Hom.; δορὸς λόγχα Eur.; μετὰ ἀσπίδος καὶ δόρατος τὰς πομπὰς ποιεῖν Thuc.): ἐς δορὸς τάξιν μολεῖν Eur. и εἰς δ. ἀφικνεῖσθαι Xen. перейти к бою на копьях; ἐπὶ, παρὰ и εἰς δ. Xen. в сторону копья, т. е. направо (ср. ἐς ἀσπίδα налево); ἀπὸ τῶν εὐωνύμων ἐπὶ δ. Polyb. слева направо; τὴν ἐμβολὴν ἐκ δόρατος ποιεῖσθαι Polyb. атаковать справа;
7) бой, сражение, тж. война: δορὶ κτήσασθαι Hom. или ἑλεῖν Thuc. взять с бою, захватить на войне, завоевать; καὶ τὸ δ. καὶ τὸ κηρύκειον πέμπειν Polyb. предложить выбор между войной и мирными переговорами;
8) вооруженные силы, войско (ξύμμαχον δ. Aesch.): ἐν τροπῇ δορός Soph. когда войску (было) нанесено поражение.

Frisk Etymological English

Grammatical information: n.
Meaning: wood, tree(stem), spear (Il.; on the epic use Trümpy Fachausdrücke 52ff.).
Other forms: Gen. δόρατος (Att.), δορός (trag.), δουρός and δούρατος (Hom.), du. δοῦρε (Hom.), pl. δόρατα, δοῦρα, δούρατα
Compounds: As first member in several compounds (many PN) beside δορυ- (δορατο-, δουρο-) also δο(υ)ρι-, as dativ (instrumental) in δουρι-κλειτός etc., also analog. without casefunction. Note δορυ-σσόος throwing a spear (Hes. Sc. 54; to σείω, Wackernagel Glotta 14, 54), δουρηνεκές < *δορϜ-ηνεκές adv. a spear throw far (Κ 357, to ἐνεγκεῖν, cf. διηνεκής and Hermann Gött. Nachr. 1943, 612f., Trümpy 52ff.). - Also δωρι- in PN, e. g. in Δωρί-μαχος (Dor., Boeot.), Δωρι-κλῆς (Arc., Dor.); also ἀσχέ-δωρος, s. v. From -δορϜ-ος is possible for Doric further through loans?
Derivatives: Dimin. δοράτιον (Hdt.), δορύδιον (auct. ap. Orib. 47, 17, 5), δορύλλιον (Suid.); adj. δουράτεος wooden (Od.; of ἵππος etc.), also δούρειος (E. Tr. 14), δούριος (Ar. Av. 1128), δορήϊος (AP 15, 14), ep. reminiscenses, Schulze Q. 102 n., 516; cf. Schwyzer 468. - Denomin. δορατίζομαι fight with spear (H.) with δορατισμός (Plu.). - Uncertain δορά (< *δορϜ-ά) = δοκός s.v. - PN Δορύλαος, Δορίμαχος; with lengthening on loss of F: Δωρίμαχος, Δωρικλῆς. Short names: Δοῦρις, Δορίης usw.
Origin: IE [Indo-European] [214 *doru tree, wood
Etymology: With Skt dā́ru, Av. dāuru wood identical, and in Hitt. taru wood, also in Toch. AB or id. with unexplained loss of the d- (cf. on δάκρυ). IE *doru, gen. *dreus. Beside this old matter-indicating neuter there is a feminine word for tree, oak, δρῦς, s. v. Cf. δρυμά and δένδρεον.

Middle Liddell

n [in attic Poets, gen. δορός [from same Root as δρῦς
I. a stem, tree, Od.:—commonly a plank or beam, Hom.; δόρυ νήϊον a ship's plank, Hom.:— hence,
2. a ship is called δόρυ, like Lat. trabs, Aesch., Eur.
II. the shaft of a spear, Il.: then, generally, a spear, pike, Hom., etc.; εἰς δόρυ ἀφικνεῖσθαι to come within a spear's throw, Xen.; ἐπὶ δόρυ to the spear-side, i. e. the right hand, opp. to ἐπ' ἀσπίδα, Xen.:—also, the pole of a standard, Xen.
2. metaph., δουρὶ κτεατίζειν to win wealth by the spear, il.; δορὶ ἑλεῖν Thuc.; in Trag. to express an armed force.

Frisk Etymology German

δόρυ: {dóru}
Forms: Gen. δόρατος (att.), δορός (Trag.), δουρός und δούρατος (Hom.), du. δοῦρε (Hom.), pl. δόρατα, δοῦρα, δούρατα
Grammar: n.
Meaning: Holz, Baumstamm, Speer (seit Il.; über Bedeutung und Gebrauch im Epos Trümpy Fachausdrücke 52ff.).
Composita : Als Vorderglied in zahlreichen Komposita (worunter viele EN) neben δορυ- (δορατο-, δουρο-) auch δο(υ)ρι-, zunächst als Dativ (Instrumental) in δουρικλειτός u. a., dann auch analogisch ohne ausgesprochene Kasusfunktion nach anderen Vordergliedern auf -ι. Von den Komposita sind zu bemerken δορυσσόος speerschwingend (Hes. Sc. 54, A. Supp. usw.; zu σείω, Wackernagel Glotta 14, 54), δουρηνεκές aus *δορϝηνεκές Adv. einen Speerwurf weit (Κ 357, zu ἐνεγκεῖν, vgl. διηνεκής und Hermann Gött. Nachr. 1943, 612f., Trümpy 52ff.). — Daneben δωρι- in EN, z. B. in Δωρίμαχος (dor., böot.), Δωρικλῆς (ark., dor.); die gleiche Vokalisation auch in ἀσχέδωρος, s. d. Eine Erklärung aus -δορϝος, die für gewisse dorische Gebiete lautgesetzlich ist, könnte wegen der weiten Verbreitung der betreffenden Eigennamen Bedenken erregen; da es sich aber dabei sehr wohl um Entlehnungen über die Dialektgrenzen hinaus handeln kann, ist eine Zurückführung auf dehnstufiges *-δωρϝος (Osthoff Etym. parerga 1, 158ff. m. Lit.) kaum nötig.
Derivative: Ableitungen, im allg. spärlich belegt: Deminutiva δοράτιον (Hdt., Th. u. a.), δορύδιον (auct. ap. Orib. 47, 17, 5), δορύλλιον (Suid.); Adj. δουράτεος hölzern (ep. seit Od.; von ἵππος usw.), auch δούρειος (E. Tr. 14, Pl. Tht. 184d), δούριος (Ar. Av. 1128), δορήϊος (AP 15, 14), ep. Reminiszenzen, Schulze Q. 102 A., 516; vgl. auch Schwyzer 468. — Denominativum δορατίζομαι mit Speer kämpfen (H., EM) mit δορατισμός (Plu.). — Unsicher δορά (< *δορϝά) = δοκός (EM), s. Latte zu H. s. δορά. — Kurznamen: Δοῦρις, Δορίης usw.
Etymology : Mit aind. dā́ru, aw. uru Holz bis auf die Vokallänge identisch (vgl. γόνυ : jā́nu), hat δόρυ eine genaue Entsprechung in heth. taru Holz, wohl auch in toch. AB or ib. mit unerklärtem Wegfall des d- (vgl. zu δάκρυ). Neben diesem alten stoffbezeichnenden Neutrum steht ein feminines Wort für Baum, Eiche, δρῦς, s. d. Vgl. noch δρυμά und δένδρεον. — Reiche Lit. bei W.-Hofmann s. larix.
Page 1,411-412