Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενεδρεύω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(AM ἐνεδρεύω)
κρύβομαι κάπου για να επιτεθώ ξαφνικά, παραμονεύω («ἀδίκως δικαίους ἐνήδρευσαν», Μηναία)
αρχ.
1. έχω κακούς σκοπούς απέναντι σε κάποιον
2. παθ. εξαπατώμαι («ὑπὸ νόμων τοὺς πολίτας ἐνεδρεύεσθαι», Λυσ.)
3. τοποθετώ σε ενέδρα («τρισχιλίους εὐτολμοτάτους πεζοὺς ἐνήδρευσεν»)
4. εμποδίζω («ἵνα μὴ ἐνεδρεύσῃς τὴν διάπρασιν»).