Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενεδρεύω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

(AM ἐνεδρεύω)
κρύβομαι κάπου για να επιτεθώ ξαφνικά, παραμονεύω («ἀδίκως δικαίους ἐνήδρευσαν», Μηναία)
αρχ.
1. έχω κακούς σκοπούς απέναντι σε κάποιον
2. παθ. εξαπατώμαι («ὑπὸ νόμων τοὺς πολίτας ἐνεδρεύεσθαι», Λυσ.)
3. τοποθετώ σε ενέδρα («τρισχιλίους εὐτολμοτάτους πεζοὺς ἐνήδρευσεν»)
4. εμποδίζω («ἵνα μὴ ἐνεδρεύσῃς τὴν διάπρασιν»).