Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

τοποθετώ

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

-έω, ΝΑ
νεοελλ.
1. βάζω σε ορισμένη θέση («τοποθέτησα τη γλάστρα στο μπαλκόνι»)
2. (σχετικά με πρόσ.) διορίζω σε ορισμένη θέση («τον τοποθέτησαν στο Υπουργείο Εξωτερικών»)
3. (σχετικά με κεφάλαιο) κάνω τοποθέτηση
αρχ.
προσδιορίζω τη θέση ενός τόπου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τόπος + -θετῶ (< -θέτης < τίθημι), πρβλ. οριο-θετώ].