Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενεός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-ά, -όν (Α ἐνεός και ἐννεός, -ά, -όν)
κατάπληκτος, εμβρόντητος («εἱστήκεισαν ἐνεοί», ΚΔ)
μσν.
σιωπηλός, άφωνος
αρχ.
1. άλαλος» μουγκός («ό μὴ ἐνεός ἤ κωφὸς ἀπ' ἀρχῆς», Πλάτ.)
2. βλάκας, ηλίθιος
3. (για πράγμ.) άχρηστος, μάταιος.