Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

άχρηστος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

-η, -ο (AM ἄχρηστος, -ον)
1. αυτός που δεν χρησιμεύει σε τίποτε, ανώφελος, περιττός
2. αισχρός, φαύλος
μσν.
1. άκυρος
2. ανόητος, απερίσκεπτος
αρχ.-μσν.
επίρρ. ἀχρήστως
μάταια
αρχ.
1. ο χωρίς αποτέλεσμα ή αποτελεσματικότητα
2. (για πρόσωπα) ανώφελος, επιζήμιος, επιβλαβής
3. αμεταχείριστος, καινούργιος
4. (για λόγους) σκαιός, δυσμενής
5. αυτός που δεν χρησιμοποιεί κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. άχρηστος αντικατέστησε το επίθ. αχρείος, αφότου το τελευταίο έπαψε να σημαίνει «άχρηστος, ασήμαντος». Έτσι με τη λ. άχρηστος εκφράστηκε και εκφράζεται μέχρι σήμερα η σημασία του μη χρήσιμου. Εν τούτοις στη Μεσαιωνική και το επίθ. άχρηστος, όπως εξάλλου και το αχρείος, προσέλαβε τη σημασία «αισχρός, φαύλος», εν αντιθέσει προς το χρηστός, που από τη σημασία «χρήσιμος» κατέληξε να σημαίνει «ηθικός, ενάρετος»].