Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄναξ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἄναξ Medium diacritics: ἄναξ Low diacritics: άναξ Capitals: ΑΝΑΞ
Transliteration A: ánax Transliteration B: anax Transliteration C: anaks Beta Code: a)/nac

English (LSJ)

[ᾰ], ἄνακτος (cf. Ἄνακες), ὁ, rarely fem. ὦ ἄνα for ἄνασσα, Pi.P.12.4, cf. A.Fr.342: (

   A ϝάναξ IG4.236 (Corinth), etc., cf. ϝάνακες 4.564 (Argos)):—lord, master,    1 of the gods, esp. Apollo, ἄγουσι δὲ δῶρα Ἄνακτι Il.1.390, al.; ὁ Πύθιος ἄναξ A.Ag.509; ἄναξ Ἄπολλον ib.513, Eu.85, etc.; ὦναξ Ἄπ. S.OT80; ὦναξ without Ἄπολλον, Hdt.1.159, 4.150, al.; of Zeus, Hom. only in voc., Ζεῦ ἄνα Il.3.351, 16.233; Ζεὺς ἄναξ A.Pers.762; ἄναξ ἀνάκτων . . Ζεῦ Id.Supp.524; μὰ τὸν Δία τὸν Ἄνακτα D.35.40; Poseidon, A.Th.130; ὦ δέσποτ' ἄναξ, of Ἀήρ, Ar.Nu.264; of Apollo Ἀγυιεύς, Id.V.875; ὦναξ δέσποτα, of Πλοῦτος, Id.Pl.748; esp. of the Dioscuri, cf. Ἄνακες, Ἄνακοι; of all the gods, πάντων ἀνάκτων . . κοινοβωμίαν A.Supp. 222, cf. Pi.O. 10(11).49.—The irreg. voc. ἄνα (q. v.) is never addressed save to gods; ὦναξ is freq. in Trag. and Com.    II of the Homeric heroes, esp. of Agamemnon, as general-in-chief ἄναξ ἀνδρῶν Ἀ. Il.1.442, al. (so Euphetes 15.532, while Ortilochos is called πολέεσσ' ἄνδρεσσιν ἄνακτα 5.546):—also as a title of rank, e.g. of Teiresias, Od.11.144, 151, S.OT284; of the sons or brothers of kings (υἱεῖς τοῦ βασιλέως καὶ οἱ ἀδελφοὶ καλοῦνται ἄνακτες Arist.Fr.526, cf. Isoc.9.72, Clearch. 25, and so of Creon, S.OT85, cf. 911), and esp. of kings, as Xerxes, A.Pers.5, Darius, ib.787, cf. Ag.42, E.Ph.17, Or.349, etc.; βασιλῆι ἄνακτι lord king, Od.20.194; of the emperors, θεοὶ ἄνακτες IG14.2012A2, 4.1475 (Epid.).    III master of the house, οἴκοιο ἄναξ Od.1.397; ἀμφὶ ἄνακτα κύνες 10.216; as denoting the relation of master to slave, freq. in Od.; ἄναξ, θεοὺς γὰρ δεσπότας καλεῖν χρεών E.Hipp.88; of the Cyclops, as owner of flocks, Od.9.440.    IV metaph., κώπης, ναῶν ἄνακτες lords of the oar, of ships, A.Pers.378,383; πύλης ἄ. θυρωρέ, of a porter, S.Fr.775; ἄ. ὅπλων E IA1260; ψευδῶν Id.Andr.447; ὑπήνης Pl.Com.122; κέντρων, of planets holding cardinal points, Man.1.66.—Poet. word.

German (Pape)

[Seite 199] ἄνακτος, ὁ (vgl. ἀνά, ἄνω), der Oberste, Herr, der Befehlende, im Ggstz der δμῶες, die fremdem Willen unterworfen sind, 1) gewöhnliches Prädicat der Götter bei Hom.; Pind. δώδεκα ἄνακτες θεοί Ol. 11, 51, u. sonst, wie Tragg. Bei Sp. vorzugsweise die Dioskuren, s. ἄνακες, auch ἄνακοι. Der unregelmäßige voc. ὦ ἄνα steht nur in dem Anruf an Götter, ebenso ep. u. ion. ὦ 'ναξ, vgl. Eur. Hipp. 88 ἄναξ, θεοὺς γὰρ δεσπότας καλεῖν χρεών. – 2) von Menschen, die über Land und Leute gebieten, wenn ihr Besitzthum auch gering ist; auch Tiresias, Od. 11, 144, wie die Söhne und Verwandten der Herrscher haben diesen Titel (der bes. nach Arist. bei den Cypriern, zum Unterschiede des βασιλεύς, den Brüdern und Söhnen des Königs gegeben ward, Prinzen, vgl. Isocr. 9, 72), der bei den Tragg. auf alle Angesehenen und Edlen einer Stadtausgedehnt wird, s. Musgr. Soph. O. R. 85. 904. Bei Homer heißt Agamemnon oft ἄναξ ἀνδρῶν, vgl. Iliad. 9, 98 οὕνεκα πολλῶν λαῶν ἐσσὶ ἄναξ; Iliad. 15, 532 ἄναξ ἀνδρῶν Εὐφήτης; 23, 288 ἄναξ ἀνδρῶν Εὔμηλος; 5. 546 ὃς τέκετ' Ὀρσίλοχον πολέεσσ' ἄνδρεσσιν ἄνακτα; 13, 452 Δευκαλίων δ' ἐμὲ τίκτε πολέσσ' ἄνδρεσσιν ἄνακτα. – 3) Hausherr, οἴκοιο Od. 1, 397, der Gebieter, im Ggstz der Diener und Sklaven; 9, 440 der Cyclop im Ggstz seiner Heerden, also Besitzer; s. Theocr. 7, 79; auffallender Opp. Hal. 2, 245. 477. – 4) übh. Besorger, Verwalter, Lenker, κώπης, = νεῶν, Befehlshaber der Schiffe, Aesch. Pers. 370. 375; aber Eur. Cycl. 86 ist κώπης ἄναξ Ruderer; ὅπλων, Führer der Waffen, I. A. 1260; ψευδῶν, Lügner, Andr. 449; ἄναξ βασιλεύς vrbdn Or. 342. – Selten ist ἡ ἄναξ für ἄνασσα, Pind. P. 12, 3; Herm. H. h. Cer. 58. – In Prosa treten βασιλεύς u. δεσπότης an die Stelle dieses Wortes.

Greek (Liddell-Scott)

ἄναξ: [ᾰ] ἄνακτος [πρβλ. Ἄνακες], ὁ: σπανίως θηλ. ἄναξ ἀντὶ ἄνασσα, Πινδ. Π. 12, 6, Αἰσχύλ. Ἀποσπ. 379, πρβλ. Ἕρμανν. Ὕμ. Ὁμ. εἰς Δήμ. 58: (κυρίως = Fάναξ, ἴδε ἀνάσσω). Κύριος, δεσπότης (ἴδ. ἐν τέλ.), καὶ ἀποδίδοται. 1) εἰς τοὺς θεοὺς καὶ ἰδίως εἰς τὸν Ἀπόλλωνα, ἄγουσι δὲ δῶρα ἄνακτι Ἰλ. Α. 390· καὶ ἀλλ.· ὁ Πύθιος ἄναξ Αἰσχύλ. Ἀγ. 509· ἄναξ Ἄπολλον αὐτόθι 513, Εὐμ. 85, κτλ.· ὦναξ Ἄπ. Σοφ. Ο. Τ. 80· ὦναξ, ἄνευ τοῦ Ἄπολλον, Ἡρόδ. 1. 159., 4. 150, καὶ ἀλλ.· εἰς τὸν Δία ὁ Ὅμ. μόνον κατὰ κλητ. Ζεῦ ἄνα Ἰλ. Γ. 351., ΙΙ. 233· Ζεὺς ἄναξ Αἰσχύλ. Πέρσ. 762· ἄναξ ἀνάκτων ... Ζεῦ ὁ αὐτ. Ἱκ. 524· μὰ τὸν Δία τὸν ἄνακτα Δημ. 937. 12· εἰς τὸν Ποσειδῶνα, Αἰσχύλ. Θ. 130· ὦ δέσποτ’ ἄναξ, εἰς ἄλλους θεούς, Ἀριστοφ. Νεφ. 264, Σφ. 875· ὦναξ δέσποτα αὐτόθι Πλ. 748· καὶ ἰδίως εἰς τοὺς Διοσκούρους, πρβλ. Ἄνακες, Ἄνακοι, καὶ εἰς πάντας τοὺς θεοὺς ὁμοῦ· πάντων ἀνάκτων ... κοινοβωμίαν Αἰσχύλ. Ἱκ. 222· - συχν. ἐν ἐπιγραφαῖς. - Ἡ ἀνώμαλος κλητικὴ ἄνα εἰς οὐδένα ἄλλον προσφωνεῖται, ἀλλὰ μόνον εἰς τοὺς θεούς, ὦναξ εἶναι συχνὸν παρὰ Τραγικ. καὶ Κωμικ. ΙΙ. εἰς τοὺς Ὁμηρικοὺς ἥρωας, ἀλλ’ ὁ Ἀγαμέμνων ὡς γενικὸς ἀρχηγὸς καλεῖται ἄναξ ἀνδρῶν (οὕτω καὶ ὁ Εὐφήτης ἐν Ἰλ. Ο. 532, ἐνῷ ὁ Ὀρσίλοχος καλεῖται ἄνδρεσσιν ἄν. ἐν. Ἰλ. Ε. 546, πρβλ. Εὐρ. Φοιν. 17): - Ὡσαύτως ὡς ἐπώνυμον τιμητικόν, ἀποδιδόμενον εἰς ἄνδρας διακεκριμένους καὶ ὑψηλὴν θέσιν κατέχοντας, οἷον εἰς τὸν Τειρεσίαν, Ὀδ. Λ. 144, πρβλ. Σοφ. Ο. Τ. 284· εἰς τοὺς υἱοὺς ἢ ἀδελφοὺς τῶν βασιλέων (οἱ υἱεῖς τοῦ βασιλέως καὶ οἱ ἀδελφοὶ καλοῦνται ἄνακτες Ἀριστ. Ἀποσπ. 483), καὶ ἐν γένει εἰς πάντα ἡγεμόνα ἢ ἄρχοντα, Αἰσχύλ. Πέρσ. 5. 587, Ἀγ. 42, κτλ., πρβλ. Μουσγράβ. Σοφ. Ο. Τ. 85. 911: - βασιλῆϊ ἄνακτι, τῷ βασιλεῖ καὶ κυρίῳ, Ὀδ. Υ. 194, ἴδε Πόρσ. Ὀρ. 348: - ἀποδίδοται δὲ καὶ εἰς τοὺς Ρωμ. αὐτοκράτορας, θεοὶ ἄνακτες Ἐπιγρ. Ἑλλ. 618. 2., 892. 4, καὶ ἀλλ. ΙΙΙ. ὁ οἰκοδεσπότης, Λατ. herus, dominus, οἴκοιο ἄναξ Ὀδ. Α. 397· ἀμφὶ ἄνακτα κύνες Κ. 216· ἰδίως πρὸς δήλωσιν τῆς σχέσεως μεταξὺ δεσπότου καὶ δούλου, συχν. ἐν τῇ Ὀδ., ἄναξ, θεοὺς γὰρ δεσπότας καλεῖν χρεὼν Εὐρ. Ἱππ. 88· ἐν Ὀδ. Ι. 440, ἐπὶ τοῦ Κύκλωπος, ὡς δεσπότου τῶν ποιμνίων του. IV. παρ’ Ἀττ. μεταφ., κώπης, ναῶν ἄνακτες, κύριοι τῆς κώπης, τῶν πλοίων, Αἰσχύλ. Πέρσ. 378, 383· πύλης ἄναξ, ἐπὶ θυρωροῦ, Σοφ. ἐν Μιλλέρου Συμμίκτοις σ. 32· ἄναξ ὅπλων Εὐρ. Ι. Α. 1260· ψευδῶν ὁ αὐτ. Ἀνδρ. 447· ὑπήνης Πλάτ. Κωμ. ἐν «Πρέσβεσι» 4: πρβλ. ἄνασσα 3, ἀνάσσω ΙΙ. - Ποιητ. λέξις ἰσοδύναμος τῇ μετέπειτα ἐν χρήσει λέξει δεσπότης (ἴδε Εὐρ. Ἱππ. ἔνθ’ ἀνωτ.), ἀλλὰ διαφέρουσα κἄπως τῆς λέξ. βασιλεύς, ἥτις κυρίως δηλοῖ τὸν πολιτικὸν ἄρχοντα τόπου τινὸς ἢ φυλῆς· ἴδε Γροτ. Ἱστορ. τῆς Ἑλλάδος 2. 84.

French (Bailly abrégé)

ἄνακτος (ὁ) :
maître, chef, roi ; p. ext. celui qui dirige : ἄναξ κώπης ESCHL maître de la rame, rameur ; ἄνακτες ὅπλων EUR les hoplites ; épithète traditionnelle attachée au nom d’Apollon seigneur ; titre qu’on donne à un devin comme Tirésias.
Étymologie: p. *γϜάναξ, de la Rac. Γαν-, Γεν- engendrer ; cf. γίγνομαι.

English (Autenrieth)

(ϝάναξ), ακτος, voc. ἄνα (only in addressing a god, otherwise), ἄναξ, dat. pl. ἀνάκτεσι: lord (king), master; of gods, Ζεῦ ἄνα (Il. 3.351), ὕπνε ἄναξ πάντων τε θεῶν πάντων τ' ἀνθρώπων (Il. 14.233), θεῶν ἀέκητι ἀνάκτων (Od. 12.290); of men (esp. Agamemnon), ἄναξ ἀνδρῶν, and in general of any man as lord and master of his possessions, ἐγὼν οἴκοιο ἄναξ ἔσομ' ἡμετέροιο | καὶ δμώων, Od. 1.397; ἦ σύ γ' ἄνακτος | ὀφθαλμὸν ποθέεις, ‘miss your master's eye,’ said by the blinded Polyphemus to his ram, Od. 9.452.

English (Slater)

ᾰναξ (ϝαν-, (P. 4.89), (P. 9.44), (P. 11.62), (P. 12.3), fr. 140a. 63 (37): ἄναξ, ἄνακτος, ἄνακτι, ἄνακτα, ἄνα, ἄναξ; ἀνάκτων, ἄνακτας coni.)
   a adj., king, royal, of gods and heroes, — μετὰ δώδεκ' ἀνάκτων θεῶν (O. 10.49) “υἱὸς ἱππάρχου Ποσειδάωνος ἄναξ” Euphamos. (P. 4.45) πεπρωμένον ἦν φέρτερον πατέρος ἄνακτα γόνον τεκεῖν ποντίαν θεόν (Ahlwardt: γονον ἄνακτα πατρός codex) (I. 8.33) ἄνακτα τὸν πάντων ὑπερβάλλοντα Χρόνον μακάρων (Heyne: ἄνα codd. Plutarchi.) fr. 33. in hypallage, μαρτυρήσει Λυκαίου βωμὸς ἄναξ (O. 13.108)
   b subs., of gods and heroes “καὶ σέ, τολμάεις Ἐπιάλτα ἄναξ” (P. 4.89) ὦναξ Apollo. (P. 8.67) “ὦ ἄναApollo. (P. 9.44) σέ τε, ἄναξ Πολύδευκες (P. 11.62) ὦ ἄνα Akragas (P. 12.3) Πηλεὺς ἄναξ (N. 3.33) Πότμος ἄναξ (N. 4.42) “καὶ ἐμοὶ θάνατον σὺν τῷδ' ἐπίτειλον, ἄναξZeus (N. 10.77) χρυσέων οἴκων ἄναξ καὶ γαμβρὸς Ἥρας Herakles (I. 4.60) φαντὶ γὰρ ξύν' ἀλέγειν καὶ γάμον Θέτιος ἄνακτας (Bergk: ἄνακτα codd.: ἄνακτε Tric.) (I. 8.47) κείνων λυθέντες σαῖς ὑπὸ χερσίν, ἄναξ Zeus fr. 35. ἄν]ακτος Εὐξαν[τίου (Pae. 4.35) ὦναξ[ Πα. 13d. 4. ]ἄναξ Ἄπολλον[ (Pae. 16.2) ]ιον ἄνακτα[ Δ. 1. 3. μνάσθηθ' ὅτι τοι ζαθέας Πάρου ἐν γυάλοις ἕσσατο ἄνακτι βωμὸν sc. to Apollo fr. 140a. 63 (37).

Spanish (DGE)

-κτος, ὁ

• Alolema(s): ἡ ἄ. A.Fr.689; Ϝάναξ IG 4.236 (Corinto), y huella de Ϝ- en Hom.

• Prosodia: [ᾰ-]

• Morfología: [tema ἀνακ-: sg. voc. ἄνα Il.3.351, Od.17.354, h.Ap.526, Pi.P.12.3, ac. plu. ἄνακας Hsch.; du. gen. Ἀνάκοιν IG 22.1437.67, 4796, Ϝανάκοιν SEG 26.428 (Argos V a.C.), Ϝανάκοι IG 4.566 (Argos); plu. gen. Ϝανάκων IG 4.564 (Argos); tema ἀνακτ-: dat. plu. ἀνάκτεσι Od.15.557]
I como título o tratamiento señor, soberano, príncipe
1 de dioses, de Zeus Ζεῦ ἄνα Il.3.351, 16.233, Od.17.354, Κρόνου υἱὲ ἄναξ Hes.Th.660, Διὶ Κρονίωνι ἄνακτι Il.7.194, Hes.Op.69, Ζεὺς ἄναξ A.Pers.762, ἄναξ ἀνάκτων A.Supp.524, μὰ τὸν Δία τὸν ἄνακτα D.35.40
de Apolo ἄναξ Il.16.514, 523, ἄναξ ἑκάεργος Ἀπόλλων Il.15.253, h.Merc.333, ἑκατηβελέταο ἄνακτος Hes.Sc.100, ἄναξ Διὸς υἱός Hes.Fr.235.1, ὦ ἄν' h.Ap.526, ὁ Πύθιός τ' ἄναξ A.A.509, ἄναξ Ἄπολλον A.A.513, Eu.85, ὦναξ S.OT 80, ὦ δέσποτ' ἄναξ Ar.V.875
de Posidón Ποσειδάωνα ἄνακτα Il.15.8, ἄνακτι Od.3.43, 54, 9.412, Hes.Th.932, ποντομέδων ἄναξ A.Th.130
de Hades h.Cer.17
del Sol Ἠέλιός τε ἄναξ h.Cer.26, ἄνακτος ... κύκλον Emp.B 47
de un dios-río Od.5.445, 450, del río Acragante ὦ ἄνα Pi.P.12.3
de una ninfa, A.Fr.689, de todos los dioses θεῶν ... ἀνάκτων Od.12.290, cf. A.Supp.222, 524, Pi.O.10.49
de otros dioses e hipóstasis Πλοῦτος Ar.Pl.748, Ἀήρ Ar.Nu.264
en lit. cristiana de Dios, Apoll.Met.Ps.77.5, de Cristo, Nonn.Par.Eu.Io.1.21.
2 plu. y du. los Señores dioses colectivos gener. identificados con los Dioscuros σωτήρσιν Ἀνάκοιν τε Διοσχούροιν IG 22.4796, τοῖ Ϝανάκοι ἠμί IG 4.566 (Argos), cf. 4.561, 564, SEG 26.428 (Argos V a.C.), Cic.ND 3.21, Plu.Num.13, Hsch.s.u. ἄνακας
tb. con los Cabiros RFIC 69.180, otras veces de identificación dudosa IG 12.127.12, 22.1437.67, cf. Ἄνακτες παῖδες ... οἱ μὲν εἶναι Διοσκούρους, οἱ δὲ Κούρητας, οἱ ... Καβείρους λέγουσι Paus.10.38.7, cf. Plu.Thes.33.
3 de reyes del mito, en gener. βασιλῆϊ ἄνακτι Od.20.194, de Agamenón Il.9.33, de Aquiles Il.9.276, de Odiseo Od.11.71, de Príamo Il.2.373, de Menelao, A.A.42, E.Or.349, de Layo, E.Ph.17, de Edipo, S.OT 834
de reyes persas: Darío, A.Pers.787, Jerjes, A.Pers.5
de emperadores romanos IG 42.692 (Epidauro), Sulp.Max.A.2, como trad. del lat. princeps Σεβαστὴν Ῥωμαίων παρ' ἄνακτας ἐπώνυμον IGR 4.682.19 (Sebaste, Asia II a.C.), αὐτὸς δ' Αὐσονίων ἕταρον ποιήσας ἀνάκτων IP 8(3).145.13
en Chipre ἄνακτες los príncipes miembros de la familia real op. βασιλεύς ‘rey’ Arist.Fr.526, cf. Clearch.19, Isoc.9.72, Schwyzer 680
tb. se aplica a nobles de linaje real o divino como Tiresias Od.11.144, ἄνακτ' ἄνακτι ταὔθ' ὁρῶντ' ἐπίσταμαι μάλιστα Φοίβῳ Τειρεσίαν S.OT 284.
II indicando posesión o poder, dicho no necesariamente de un rey.
1 dueño, amo, señor de hombres ἄναξ ἀνδρῶν Il.15.532, πολέεσσ' ἄνδρεσσιν ἄνακτα Il.5.546, del palacio real οἴκοιο ἀ. Od.1.397, del ganado esp. de caballos ὄφρ' ἔμπεδον αὖθι μένοιεν νοστήσαντα ἄνακτα para que (los caballos) esperaran la vuelta de su dueño, Il.13.38, ἵπποι ... λίπον ἅρματ' ἀνάκτων Il.16.371, cf. 2.777, 10.559, 16.507, de perros Od.10.216, cf. 17.296, 303, de esclavos πρὸ ἄνακτος ἀμειλίχου Il.24.734, cf. Od.14.60, 63, 17.189, 320.
2 fig. de remeros y marineros κώπης ἄ. señor del remo A.Pers.378, ναῶν ἄνακτες señores de las naves A.Pers.383, ref. a un portero πύλης ἄ. θυρωρέ S.Fr.775, γῆς ἄνακτες dueños de la tierra, habitantes S.OC 831, E.Io 13, ὅπλων E.IA 1260, ἄναξ ὑπήνης Ἐπίκρατες Pl.Com.122, de planetas que ocupan puntos cardinales κέντρων ἄνακτες Man.1.66. • DMic.: wa-na-ka.

• Etimología: La única aproximación posible es c. toc. B ñäkte, A ñkät ‘dios’, cf. tb. A nātäk ‘señor’ (< *unHtk?), por ser el frig. wanaktei un préstamo del griego, véase lo dicho en ἀνακῶς. El tema ἀνακ- es seguramente secundario.

Greek Monolingual

(-κτος), ο (θηλ. άνασσα) (Α ἄναξ) ανώτατος άρχοντας, βασιλιάς
αρχ.
1. κύριος, δεσπότης, αφέντης
2. προσωνυμία τών θεών, ιδιαίτερα του Απόλλωνος
3. προσωνυμία τών ομηρικών ηρώων και ιδιαίτερα του Αγαμέμνονος ή άλλων έξοχων προσώπων
4. γιος ή αδελφός ενός βασιλιά
5. αφέντης του σπιτιού, οικοδεσπότης
6. ιδιοκτήτης
7. ο υπεύθυνος, ο εντεταλμένος για κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η ετυμολ. του τ. είναι άγνωστη. Όσα έχουν προταθεί είναι υποθετικά. Πιθ. πρόκειται για ξένη λ., δάνειο στην Ελληνική. Πάντως οι τ. της Τοχαρ. Β' nakte και Τοχαρ. Α' nkat (man nkatt «Θεός Μήνας») απέχουν πολύ από το ελλην. ἄναξ
το δε φρυγικό wanaktei προέρχεται από το ελληνικό. Σύμφωνα με μια άποψη, κατά την οποία ορθά υπογραμμίστηκε η σπουδαιότητα της σημασίας του «προστάτη, σωτήρα», πρόκειται για θρησκεντικόν τ., για τον οποίο αναζητήθηκε μια ινδοευρωπαϊκή ετυμολογία, που δεν είναι όμως και τόσο πειστική. Ο αρχικός τ. ήταν Faναξ (με δίγαμμα), όπως μαρτυρείται από το ομηρικό μέτρο, διάφορες διαλεκτικές επιγραφές και μυκηναϊκές ήδη πινακίδες. Σε πινακίδες της Πύλου και της Κνωσού ο τ. απαντά μόνο στον ενικό στους τύπους Wanaka «Fάναξ» και δοτ. Wanakate «Fανακτει». Στη Μυκην. η λ. δήλωνε πιθανότατα αφ’ ενός τον υπέρτατο πολιτικό άρχοντα του κράτους της Πύλου, αφ’ ετέρου έναν θεό του πανθέου της Πύλου, χωρίς να είναι πάντα δυνατόν ερμηνευτικά να γίνει διάκριση μεταξύ αυτών τών δύο. Τα δεδομένα αυτά συμφωνούν με τη χρήση της λ. στον Όμηρο, όπου ο τ. απαντά συχνότερα στον ενικό (στον πληθ. αναφέρεται κυρίως στους θεούς) με τη σημασία του αφέντη σε σχέση προς σκλάβο, άλογο, σκύλο κ.λπ. Χαρακτηριστική είναι η χρήση του τ. στην έκφραση ἄναξ ἀνδρῶν «προστάτης, σωτήρας του λαού του», η οποία αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά στον Αγαμέμνονα. Οι άλλες σημασίες της λ. είναι «κύριος, άρχων» ως τίτλος ευγενείας, «αφέντης, κύριος» για τον αφέντη του σπιτιού στην Οδύσσεια και, τέλος, αποτελεί χαρακτηρισμό για τις θεότητες (κυρίως για τον Απόλλωνα) που θεωρούνται προστάτες ή φύλακες. Η παλαιά κλητική ἄνα (τύπος που αντικαταστάθηκε γενικά από το ἄναξ) λέγεται για τον Δία στην Ιλιάδα καθώς και για τον Απόλλωνα. Η κύρια σημασία της λ. φαίνεται ότι είναι αυτή του «προστάτη, σωτήρα», πράγμα που πιστοποιείται και από την ετυμολογία του τ. Ἀστυάναξ «ο προστάτης, ο σωτήρας του άστεως». Στην αττική διάλεκτο σώζεται ως επίθετο θεών, στους οποίους γίνεται επίκληση (π. χ. του Απόλλωνα στον Αριστοφάνη) ή από λυρικές σκηνές της τραγωδίας. Στα Δωρικά ο πληθ. Fάνακες (χωρίςτ- στο θέμα) χρησιμοποιείται προκειμένου να δηλώσει τους σωτήρες Διόσκουρους, με το παράγωγο Faνάκειoν (ναός τών Διοσκούρων) και Ἀνάκειον. Η μαρτυρία τών μυκην. πινακίδων αποδεικνύει ότι ο τ. χωρίς τελικό -τ είναι υστερογενής (πιθ. κατά το φύλαξ). Τέλος, στην Κυπριακή απαντά τ. Fάναξ με τη σημασία «γιός του βασιλιά, πρίγκιπας». Το θηλ. (F)άνασσα λέγεται στον Όμηρο μόνο για θεά ή για τη Ναυσικά, που εκλαμβάνεται ως θεά (Οδ. ζ 149). Μετά τον Όμηρο είναι πολύ σπάνιο. Η μυκηναϊκή έχει τη λ. στον δυϊκό wan asoi «στις δύο υπέρτατες Βασίλισσες». Πρόκειται για θρησκευτικό τ. που αποδίδεται σε δύο συνδεόμενες θεές. Οι χρήσεις του ἄναξ, όπως και η σπουδαιότητα της λ. ως συνθετικού των κυρίων αρχαίων ονομάτων, πιστοποιούν ότι πρόκειται για αρχαϊκό τ., ο οποίος έτεινε να εξαφανιστεί.
ΠΑΡ. αρχ. ἀναξία(Ι), ἀνάξιος(ΙΙ), ἀνάσσω.
ΣΥΝΘ. (α' συνθετ.) ἀναξίαλος, ἀναξιβρέντας, ἀναξιδώρα, ἀναξίμολπος, ἀναξιφόρμιγξ, ἀνακτοβούλιο, ἀνακτομισθία, ἀνακτοσυμβούλιο, Ἀνάξανδρος, Ἀναξαγόρας, Ἀναξάνθης, Ἀναξαρέτα, Ἀνάξαρχος, Ἀνάξερμος, Ἀναξήνωρ, Ἀναξιάδης, Ἀναξίας, Ἀναξίβιος, Ἀναξίβουλος, Ἀναξιγένης, Ἀναξίδαμος, Ἀναξίδικος, Ἀναξίδοτος, Ἀναξίδωρος, Ἀναξίθεμις, Ἀναξίθεος, Ἀναξίκλειτος, Ἀναξικλῆς, Ἀναξικράτης, Ἀναξίλας, Ἀναξίλος, Ἀναξίνος, Ἀναξίμανδρος, Ἀναξίμαχος, Ἀναξίμβροτος, Ἀναξιμένης, Ἀναξινόη, Ἀναξιπόλεμος, Ἀναξίπολις, Ἀναξίφιλος, Ἀναξιρόη, Ἄναξις, Ἀναξίς, Ἀναξίτιμος, Ἀναξιφῶν, Ἀνάξιππος, Ἀναξίφαντος, Ἀναξίων, Ἀναξώ (β' συνθετ.) οἰκῶναξ, χειρῶναξ, Ἀβρῶναξ, Ἀγαθάναξ, Ἀγορᾶναξ, Ἀμφιάναξ, Ἀνδρῶναξ, Ἀντιάναξ, Ἀρετάνασσα, Ἀριστῶναξ, Ἀρχεάναξ, Ἀστυάναξ, Βουλᾶναξ, Δαμῶναξ, Έπιάναξ, Ἐρατώνασσα, Ἑρμηνιάναξ, Ἑρμῶναξ, Εὐάναξ, Εὐρυάναξ, Εὐφρῶναξ, Ἐχεάναξ, Ἡγῆναξ, Ἡγησιάναξ, Ἡλιάναξ, Ἡρῶναξ, Θεμιστῶναξ, Θεσπεσιάναξ, Ἱερώνασσα, Ἱππῶναξ, Ἰφιάναξ, Καλλιάναξ, Κλεάναξ, Κλειτάνασσα, Κρατιστῶναξ, Κυδάναξ, Λαμπρῶναξ, Λαμπώνασσα, Λάνασσα, Λεσβῶναξ, Λυσιάναξ, Μανδρῶναξ, Μοιρῶναξ, Νικάναξ, Ὀνησιάναξ, Πεισιάναξ, Πλειοστοάναξ, Πολυάνακτις, Ποσειδῶναξ, Πραξιάναξ, Πρῶναξ, Πυθῶναξ, Σημωνακτίδης, Στασιάναξ, Στρατῶναξ, Σωσιάναξ, Τιμησιάναξ, Τιμῶναξ, Ὑψῶναξ, Φαινῶναξ).

Greek Monotonic

ἄναξ: [ᾰ], ἄνακτος, ὁ, κλητ. ἄνα· (ἀνάσσω
I. άρχοντας, βασιλιάς, τίτλος αποδιδόμενος στους θεούς, ιδίως στον Απόλλωνα και στο Δία, σε Όμηρ.· στον τελευταίο στην κλητ. Ζεῦ ἄνα, σε Ομήρ. Ιλ.
II. ανάμεσα στους Ομηρικούς ήρωες, ο Αγαμέμνονας είναι ο ἄναξ ἀνδρῶν· αλλά το ἄναξ είναι τίτλος αποδιδόμενος σε όλους τους άνδρες με διακεκριμένη και υψηλή θέση, όπως ο Τειρεσίας, σε Ομήρ. Οδ.· βασιλεὺς ἄναξ, άρχοντας βασιλιάς, στο ίδ.
III. οικοδεσπότης, ιδίως δηλώνοντας τη σχέση μεταξύ κυρίου και δούλου, στο ίδ.
IV. μεταφ., κώπης, ναῶν ἄνακτες, άρχοντες των κουπιών, των πλοίων, σε Αισχύλ.· ἄν.ὅπλων, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἄναξ: ἄνακτος (ᾰν) ὁ редко ἡ (ppf. ἄναξ и ἄνα)
1) повелитель, владыка (ἄ. Ἀπόλλων Hom., Aesch.; ἄνακτες θεοί Pind.);
2) предводитель, вождь, начальник, глава (ἀνδρῶν Hom.; Μενέλαος Aesch.);
3) хозяин, господин (οἴκοιο Hom.): ἄ. κώπης Aesch., Eur. начальник гребцов или гребец; ναῶν ἄνακτες Aesch. кормчие или командиры кораблей; ὅπλων ἄνακτες Eur. тяжело вооруженные бойцы; ψευδῶν ἄνακτες Eur. лжецы.

Etymological

-κτος
Grammatical information: m.
Meaning: lord, ruler (Il.)
Other forms: Voc. ἄνα (Il.). Pl. (Ϝ)άνακες N. of the Dioskouroi. Fem. (Ϝ)άνασσα (< *Ϝανακ-ι̯α) ruler (f.) (Il.).
Dialectal forms: Myc. wanaka \/wanaks\/; wanakate \/wanaktei\/; wanakatero = Ϝανάκτερος, -ον with -τερος indicating opposition as in ἀγρότερος, ὀρέστερος. wanasoi \/wanassoiin\/ dat. du. Also wanasewijo \/-ewios\/; -ewija of vases.
Compounds: Ἀναξαγόρας etc., Ίππῶναξ etc.
Derivatives: From (Ϝ)άνακες : (Ϝ)ανάκειον temple of the Dioskouroi (Att., NWGr. etc.), Ἀνάκεια pl. Feast for the Dioskouroi (Lys.). - Denom. verb ἀνάσσω be lord, rule (Il.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: No IE etym.; prob. a substr. word; Meillet Mél. Glotz 2, 587ff., like βασιλεύς. - The t-less forms may be younger, given the Myc. evidence, but see Ruijgh Elém. Ach. 112, also Lingua 25 (1970) 309ff. - OPhr. vanaktei, NPht. ουανακταν, from Greek?

Middle Liddell

ἀνάσσω
I. a lord, master, being applied to the gods, esp. to Apollo and Zeus, Hom.; to the latter in voc., Ζεῦ ἄνα Il.
II. among the Homeric heroes Agamemnon is ἄναξ ἀνδρῶν; but ἄναξ is a title given to all men of rank and note, as to Teiresias, Od.; βασιλεὺς ἄναξ lord king, Od.
III. the master of the house, esp. as denoting the relation of master to slave, Od.
IV. metaph., κώπης, ναῶν ἄνακτες lords of the oar, of ships, Aesch.; ἄν. ὅπλων Eur.