Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επισημοποιώ

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698

Greek Monolingual

1. καθιστώ κάτι επίσημο, δίνω επίσημο χαρακτήρα («ήθελαν να επισημοποιείται με συνάλλαγμα η πράξις τους», Καρκαβίτσας)
2. επισφραγίζω, επιβεβαιώνω επίσημα («επισημοποίησε τον αρραβώνα του»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επίσημος + ποιώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1869 στον Β. Φαρσή].