Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιδεξιότητα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (AM ἐπιδεξιότης) επιδέξιος
η ιδιότητα του επιδέξιου, ικανότητα, ευφυΐα («διὰ τὴν ἐπιδεξιότητα και νουνέχειαν τἀνδρός», Πολύβ.)
νεοελλ.
τέχνη, μαστοριά (α. «τις επιδεξιότητες του κονταριού μαθαίνει» β. για ζωγραφιά, «με τόση επιδεξιότητα τήν είχε καμωμένη», Ερωτόκρ.)
αρχ.
τοποθέτηση, θέση προς τα δεξιά.