Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἐπιστήμη

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἐπιστήμη Medium diacritics: ἐπιστήμη Low diacritics: επιστήμη Capitals: ΕΠΙΣΤΗΜΗ
Transliteration A: epistḗmē Transliteration B: epistēmē Transliteration C: epistimi Beta Code: e)pisth/mh

English (LSJ)

ἡ, (ἐπίσταμαι)

   A acquaintance with a matter, understanding, skill, as in archery, S.Ph.1057; in war, Th.1.121, 6.72, 7.62; ἐ. πρὸς τὸν πόλεμον Lys.33.7 (fort. leg. περί) περὶ τὰ μαθήματα Pl. Phlb.55d; τοῦ νεῖν Id.Grg.511c; ἐπιστήμῃ skilfully, οἱ μὴ ἐ. τοὺς ἐπαίνους ποιούμενοι Plot.5.5.13.    2. professional skill: hence, profession, οἱ τὴν ἰατρικὴν ἐ. μεταχειριζόμενοι PFay.106.22 (ii A.D.); ζωγράφος τὴν ἐ. painter by profession, POxy.896.5 (iv A.D.).    II. generally, knowledge, ἐπιστήμῃ σύ μου προὔχοις ἄν S.OT1115; πάντ' ἐπιστήμης πλέως full of knowledge in all things, Id.Ant.721, cf. Tr. 338; ἐκ τῆς ἐ. E.Fr.522.3; ἐ. δοξαστική, opp. ἀλήθεια, Pl.Sph.233c: pl., kinds of knowledge, μυρίαι ἀνδρῶν ἐπιστᾶμαι πέλονται B.9.38, cf. Pl.Smp.208a.    2. scientific knowledge, science, opp. δόξα, Pl.R.477b sq., Hp.Lex4, Pl.Plt.301b, Arist.AP0.88b30, EN1139b18: coupled with ἐμπειρία and τέχνη, Pl.R.422c, cf. Ion536c, Arist.Metaph.981a2: pl., the sciences, freq. in Pl. (R.522c,al.), etc.

German (Pape)

[Seite 984] ἡ, das Verstehen, die Wissenschaft, Einsicht; ἔχειν Soph. Phil. 1046; ἐπιστήμῃ προέχειν τινός O. R. 1115, wie Thuc. 1, 121; ἡ τοῦ νεῖν ἐπιστ. Plat. Gorg. 511 c; ἡ περὶ τὰ μαθήματα ἐπ. Phil. 55 d; neben ἐμπειρία u., τέχνη, Rep. IV, 422 c; Ion 536 c; Ggstz ἀνεπιστημοσύνη u. ἄγνοια, Rep. I, 350 a V, 477 b. – So auch Folgde überall, ἡ πρὸς τὸν πόλεμον ἐπ. Lys. 33, 7.

Greek (Liddell-Scott)

ἐπιστήμη: ἡ, (ἐπίσταμαι) τὸ ἐπίστασθαί τι καλῶς, ἔχειν ἀκριβῆ γνῶσιν αὐτοῦ, ἐμπειρία, δεξιότης, ὡς π. χ. τῆς τοξείας, Σοφ. Φ. 1057· ἐν τῷ πολέμῳ, Θουκ. 1. 121., 6. 72., 7. 62· ἐπ. πρὸς τὸν πόλεμον Λυσ. 914. 15· περί τι Πλάτ. Φίληβ. 55D· τοῦ νεῖν ὁ αὐτ. ἐν Γοργ. 311C. ΙΙ. καθόλου, γνῶσις, ἐπιστήμῃ σύ μου προύχοις ἂν Σοφ. Ο. Τ. 1115· πάντ’ ἐπιστήμης πλέως, πάνσοφος ἐν πᾶσι, ὁ αὐτ. Ἀντ. 721, πρβλ. Τρ. 338. 2) ἐπιστημονικὴ γνῶσις, ἴδε ἰδίως Πλάτ. Πολ. 477Β κἑξ., Ἀριστ. Ἀναλυτ. Ὕστ. 1. 33, Ἠθ. Ν. 6. 3· ἐν ἀντιθ. πρὸς τὴν τέχνην καὶ ἐμπειρίαν, Πλάτ. Πολ. 422C, Ἴων 536C, πρβλ. Ἀριστ. Μετὰ τὰ Φυσ. 1. 1, 4· πρὸς τὴν δόξαν, Ἱππ. Νόμος, Πλάτ. Πολιτ. 301Β: ― ἐν τῷ πληθ., αἱ διάφοροι ἐπιστῆμαι, συχν. παρὰ Πλάτ., κλ. 3) ἐκκλησιαστικὴ πειθαρχία, τάξις, Εὐσέβ. ΙΙ. 285C, 620Α· ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐπιστήμη, πειθαρχία ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, Παχώμ. 949Α· τῶν ἀδελφῶν (δηλ. μοναχῶν) Κυρίλλ. Ἱερ. Προκατ. 4.

French (Bailly abrégé)

ης (ἡ) :
I. science :
1 art, habileté;
2 connaissance en gén. : πάντ’ ἐπιστήμης πλέως SOPH plein de savoir en toutes choses;
3 particul. science, savoir acquis par l’étude;
II. application de l’esprit, étude.
Étymologie: ἐπίσταμαι.

Greek Monolingual

η (AM ἐπιστήμη) επίσταμαι
1. σύνολο συστηματικών γνώσεων σε κύκλο θεμάτων, φαινομένων, θεωριών (με διάκριση από την «τέχνη», τις «τέχνες» και την «εμπειρία», την εμπειρική, πρακτική γνώση) («θετικές επιστήμες, θεωρητικές επιστήμες, η επιστήμη της ιατρικής, της νομικής» κ.λπ.)
2. γνώση, εμπειρία, το να ξέρει κάποιος καλά κάτι
3. τέχνη, επάγγελμα
μσν.
εκκλησιαστική τάξη και πειθαρχία
αρχ.
επιδεξιότητα, ικανότηταἐπιστήμη πρὸς τὸν πόλεμον», «ἐπιστήμη τοῡ νοεῑν»).

Greek Monotonic

ἐπιστήμη: ἡ (ἐπίσταμαι),·
I. γνώση ενός ζητήματος, δεξιότητα, εμπειρία, όπως στην τοξοβολία, σε Σοφ.· στον πόλεμο, σε Θουκ. κ.λπ.
II. γενικά, γνώση, σε Σοφ.· ιδίως, επιστημονική γνώση, επιστήμη, γνώση, σε Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἐπιστήμη:
1) умение, искусство, опытность (τινός и περί τι Plat. и πρός τι Lys.);
2) знание: ἀνὴρ ἐπιστήμης πλέως Soph. просвещенный человек; τῇ ἐπιστήμῃ σύ μου προὔχοις ἄν Soph. это ты знаешь, пожалуй, лучше меня;
3) филос. (в отличие от τέχνη и ἐμπειρία) научное знание, наука; (в отличие от δόξα) достоверное знание Plat. etc.;
4) научная отрасль, дисциплина Plat. etc.

Middle Liddell

ἐπιστήμη, ἡ, ἐπίσταμαι
I. acquaintance with a matter, skill, experience, as in archery, Soph.; in war, Thuc., etc.
II. generally, knowledge, Soph.: esp. scientific knowledge, science, Plat., etc.