Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιτίμηση

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἐπιτίμηση) επιτιμώ
επίπληξη, τιμωρία, επίκριση, μομφή («οὐκ ἄλλων ἐπιτιμήσει ἀκούσαντες», Θουκ.)
μσν.
εξορκισμός με μορφή επιπλήξεως
αρχ.
1. ύψωση της τιμής, υπερτίμηση
2. (ρητ.) ανύψωση, μεγέθυνση με χρησιμοποίηση ισχυρότερου όρου.