Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιτίμηση

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

η (AM ἐπιτίμηση) επιτιμώ
επίπληξη, τιμωρία, επίκριση, μομφή («οὐκ ἄλλων ἐπιτιμήσει ἀκούσαντες», Θουκ.)
μσν.
εξορκισμός με μορφή επιπλήξεως
αρχ.
1. ύψωση της τιμής, υπερτίμηση
2. (ρητ.) ανύψωση, μεγέθυνση με χρησιμοποίηση ισχυρότερου όρου.